Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2016


Η αποχή είναι βαθιά υπεύθυνη πολιτική πράξη




Η Συριζαία Αριστερά ως Νέα Δεξιά
ΤΟ ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΟ ΙΔΙΩΝΥΜΟ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ
7. Το πανόραμα του βαθέος κράτους στην Ελλάδα και ο ΣΥΡΙΖΑ

(Συνέντευξη που έδωσε ο καθ. Πολιτικής Επιστήμης Γεώργιος Κοντογιώργης στο Prisma Radio, στον Παναγιώτη Κουνιάκη, 28.9.2015)

Π.Κ.: Από την άλλη, αυτός που δεν πήγε στην κάλπη να ψηφίσει έχει και την ευθύνη, βεβαίως. Δεν δικαιολογείται μεθαύριο να παραπονιέται, έχω την εντύπωση, γιατί αφήνει τη μειοψηφία να αποφασίζει για τη μοίρα αυτού του τόπου, έτσι δεν είναι;

Γ.Κ.: Θέλετε να πείτε ότι όποιος ψήφισε ΣΥΡΙΖΑ ή όποιο άλλο κόμμα δικαιούται δια να ομιλεί, ενώ ο απέχων όχι; Δεν είναι άραγε υπεύθυνος για το αποτέλεσμα, αφού αποφάσισε επίσης για τη μοίρα και του απέχοντος; Μήπως επομένως αυτός που ψήφισε υπέρ ενός όποιου κόμματος οφείλει να απολογηθεί έναντι αυτού που αποδοκίμασε συνολικά το κομματικό σύστημα με την αποχή του; Διότι μολονότι θνησιγενές του έδωσε ακόμη μια ανάσα ζωής; Διερωτηθείτε τι θα συνέβαινε εάν το σύνολο του εκλογικού σώματος έστρεφε τα νώτα του στις κάλπες. Νομίζω ότι είναι καιρός να δραπετεύσουμε από τα καθεστωτικά και καταστρεπτικά διλήμματα με τα οποία μας «ταϊζουν» επί δύο αιώνες τώρα και να συνειδητοποιήσουμε ότι η αποχή είναι βαθιά υπεύθυνη πολιτική πράξη.

Π.Κ.: Δε μπορούσε να το εκφράσει αυτό μέσα από την κάλπη, κ. Κοντογιώργη;

Γ.Κ.: Είτε πήγαινε να ψηφίσει, είτε όχι, είτε ψήφιζε ΣΥΡΙΖΑ, είτε Νέα Δημοκρατία, είτε Ποτάμι, είτε παραπόταμο, το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο. Ο λογαριασμός θα ερχόταν σ΄αυτόν και ήταν υπογεγραμμένος. Επαναλαμβάνω ότι η αποχή είναι η πιο ώριμη, η πιο χειραφετημένη πολιτική πράξη, που συνάδει άλλωστε και με τη γενική άποψη της συνολικής κοινωνίας που έδειξε η πρόσφατη έρευνα του Ευρωβαρόμετρου, αλλά και του συνόλου των δημοσκοπήσεων. Πώς θα δικαιολογήσει την ψήφο του ο πολίτης που ενώ απορρίπτει συλλήβδην το κομματικό/πολιτικό σύστημα, στο τέλος το ξαναψηφίζει; Δεν γίνεται να απορρίπτεις ένα σύστημα στο σύνολό του και στη συνέχεια να προστρέχεις να του παράσχεις νομιμοποίηση να συνεχίσει να σε καταστρέφει. Άλλωστε όπως προκύπτει ουδείς εκ των ιθυνόντων έδειξε ποτέ μεταμέλεια για ό,τι συνέβη ή εξακολουθεί να συμβαίνει. Εξού και δεν διακρίνουμε κανένα μέλος της κομματικής νομενκλατούρας να διερωτάται γιατί τους απορρίπτει συλλήβδην η κοινωνία. Εξού και δεν άνοιξε κανένας διάλογος για το ζήτημα αυτό, για την αγωνία που εκφράζει η κοινωνία με την ψήφο της για τη μοίρα του τόπου. Στον αντίποδα, διατυπώνονται διαρκώς νέες απόψεις για το ότι ζούμε ακόμη(!) πάνω από τις δυνατότητές μας τη φορά αυτή μάλιστα από τον ΣΥΡΙΖΑ. Ουδείς όμως από την πολιτική τάξη είναι έτοιμος να κατεβάσει λίγο τον πήχη των λουδοβίκειων απολαβών του και των φαραωνικών προνομίων της Βουλής γα να μην προκαλούν. Έχω επανειλημμένα εγείρει το ζήτημα της ανάλγητης συμπεριφοράς των μελών της πολιτικής τάξης, η οποία συνεχίζει να προκαλεί την εξαθλιωμένη ελληνική κοινωνία και να εξισώνει την αντίρρηση με τον λαϊκισμό. Να δεχθούμε άραγε ότι προσφέρουν κάτι τις στην ελληνική χώρα, εκτός από το να υπογράφουν ό,τι τους λέει ο αρχηγός τους; Ποια είναι η χρησιμότητά τους; Αυτό είναι το μεγάλο ερώτημα. Η ερμηνεία του φαινομένου είναι απλή. Όταν παίρνεις κάποιον από την αφάνεια και τον κάνεις ξαφνικά και παρ΄αξίαν «σπουδαίο» παράγοντα της πολιτικής δημοσιότητας, είναι φυσικό να εισπράττει τον ίλιγγο του ύψους, ιδίως δε την αλαζονεία του παρ΄αξίαν ηγεμόνα που αισθάνεται ότι απειλείται στη θέση του. Σκεφτείτε ότι τα προνόμια που απολαμβάνουν οι βουλευτές εν μέσω κρίσης είναι συγκρίσιμα με εκείνα ενός μεγαλοεπιχειρηματία. Αν και κανείς από τους τελευταίους δεν διαθέτει για τις προσωπικές του ανάγκες δύο αστυνομικούς, τρεις υπαλλήλους και δυο συμβούλους, χωρίς οι ίδιοι να έχουν αντικείμενο εργασίας. Ας αναλογισθούμε λοιπόν ποια θα ήταν η συμπεριφορά του πολιτικού προσωπικού εάν οι απολαβές του εξομοιώνονταν με εκείνες του κατώτερου μισθού εργαζομένου, με την προσημείωση ότι θα επανεξετάζονταν συν τω χρόνω με την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας και αναλογικά με τη συμβολή ενός εκάστου στην απελευθέρωση του πολίτη από τα δεσμά της κομματοκρατίας (της νομοθεσίας κ.λπ.). Κατά την ίδια έννοια, θα φρόντιζαν να μελετούν το ελληνικό πρόβλημα, να γνωρίζουν τις ανάγκες του κράτους, πριν υποβάλλουν τις «προτάσεις» τους στην κοινωνία.


(Αντιγραφή κειμένου,  σελ. 320-322, από το τελευταίο βιβλίου του καθ. Γεώργιου Κοντογιώργη «Η Συριζαία Αριστερά ως Νέα Δεξια», Ελένη Ξένου.)



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου