Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

Περί του άρθρου 86 του Ελληνικού Συντάγματος
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗΣ





[To Σύνταγμα και οι εφαρμογές του. Το πανόραμα μιας αυθεντικής αποτύπωσης του εκφυλισμένου χαρακτήρα της ολιγαρχικής κομματοκρατίας]
(Απόσπασμα συνέντευξης στο Διάλογος Radio, που μεταδόθηκε την εβδομάδα 30.4-6.5.2015, με τον δημοσιογράφο και πολιτικό επιστήμονα Μιχάλη Νευραδάκη.)
...
Μ.Ν.: Έχετε επιχειρηματολογήσει στο παρελθόν για την ανάγκη αναστολής του άρθρου 86 του Ελληνικού Συντάγματος. Τι προβλέπει αυτό το άρθρο όσον αφορά τη βουλευτική ασυλία και τις ποινικές διώξεις κατά μελών του Κοινοβουλίου, και γιατί πιστεύετε ότι πρέπει να καταργηθεί;


Γ.Κ.: Να σας πω. Εάν σας βλάψω σε κάτι, μπορείτε να προσφύγετε στη δικαιοσύνη και να ζητήσετε ακριβώς την απονομή δικαίου. Εάν ένας πολιτικός βλάψει μία ολόκληρη χώρα, η τελευταία ή ο πολίτης δεν έχει καμία δυνατότητα να προσφύγει στη δικαιοσύνη, να ελέγξει, να ζητήσει ικανοποίηση ή αποκατάσταση της ζημίας, να ανακαλέσει τον υπαίτιο της βλάβης. Ακριβώς γι΄αυτό επισημαίνω ότι έχει πολύ μεγάλη σημασία να συμφωνήσουμε για τη φύση του πολιτικού συστήματος, ότι είναι μία απόλυτη εκλόγιμη μοναρχία, μία μοναρχία που δεν προβλέπει μεν κληρονομικότητα και ισοβιότητα στις αρχές, πλην όμως, ως προς τη φύση της σχέσης μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής, δεν διαφέρει. Άλλωστε, και αυτή η ισοβιότητα και η κληρονομικότητα του πολιτικού προσωπικού μικρή σημασία έχει, αφού διασφαλίζεται από το κομματικό σύστημα. Έχω εξηγήσει πολλές φορές ότι αυτό το σύστημα λίγο πολύ κρατεί παντού. Είναι το πολιτικό σύστημα για το οποίο επαίρεται η νεοτερικότητα. Πλην όμως, στην Ελλάδα συντρέχει ο εκφυλισμός του. Είπα επίσης ότι για την καταστροφή της χώρας υπάρχουν υπεύθυνοι, με ονοματεπώνυμο. Δεν είναι ο διεθνής καπιταλισμός ή κάποιοι κακόβουλοι ξένοι. Η δυτική κρίση εξέθεσε την πολιτική τάξη της χώρας, γιατί την είχε ήδη οδηγήσει στην υπονόμευσή της, με τον εκφυλισμό του κράτους, στην παρασιτική μετάλλαξη της οικονομίας και την υπερχρέωση του δημόσιου χώρου, δίκην λυμεώνος. Αφού λοιπόν υπάρχουν υπεύθυνοι της καταστροφής, αφού ο λογαριασμός μετακυλίεται βαρύς επάνω στην κοινωνία, και μάλιστα στα λιγότερο ευνοημένα κοινωνικά στρώματα, δε πρέπει κάποιος να πληρώσει για αυτό; Να «βρεθεί» ο ένοχος; Να αποκατασταθεί ένα αίσθημα δικαίου; Δεν πρέπει επιτέλους να «βρουν τον χρόνο» οι υπαίτιοι της αδικοπραγίας να κάνουν κάτι με την προκλητική ασυλία τους αλλά και με την εκκαθάριση του λυμεωνικού τοπίου που η σκιά του εξακολουθεί να βαραίνει τα πολιτικά πράγματα; Η συνενοχή συνολικά της πολιτικής τάξης στο έγκλημα που διαπράχθηκε και στη συγκάλυψή του επιβεβαιώνει, από μόνη της, τη δυναστική λογική της απολυταρχίας, στην οποία είναι εμμονικά βουτηγμένη. Επαναλαμβάνω, λοιπόν, ότι, αν η πολιτική τάξη θέλει, την ύστατη στιγμή, να δείξει ότι έχει την παραμικρή ευαισθησία ή πρόθεση, αν θέλετε, να αλλάξει πορεία και να μεταβεί σε μία άλλη περιοχή πολιτικής κουλτούρας, οφείλει να άρει τα προσχηματικά εμπόδια, να προσαγάγει τους υπευθύνους στη δικαιοσύνη, προκειμένου να τιμωρηθούν παραδειγματικά. Το επιτάσσει η ανάγκη μιας στοιχειώδους απολογίας έναντι της πάσχουσας κοινωνίας, αλλά και η υπενθύμιση στους επερχόμενους ότι εάν το επαναλάβουν θα υπάρξουν συνέπειες. Δε γίνεται αυτοί που ανέχονται για το έγκλημα να στέλνουν τον λογαριασμό στο θύμα τους και, συγχρόνως, να αξιώνουν να κυβερνούν για να σώσουν τη χώρα, κραδαίνοντας απειλητικά το δάχτυλό τους στην αμφισβήτηση. Διότι εντέλει η Βουλή, το λίκνο της δημοκρατίας, όπως το αποκαλούν, λειτουργεί, αναντιλέκτως, ως το «λοιμοκαθαρτήριο» για τους λυμεώνες της κοινωνίας.
Αν θέλει λοιπόν η πολιτική τάξη να δείξει μεταμέλεια, δεν έχει παρά να επαναφέρει τα αδικήματα αυτά, και ένας τρόπος πολύ πρακτικός, που προβλέπει το Σύνταγμα, είναι να ανασταλεί με ομόφωνο τρόπο από τη Βουλή το άρθρο 86. Αν και θα έλεγα ότι το άρθρο αυτό -και άλλα συναφή- οφείλει να κηρυχθεί αντισυνταγματικό και ανυπόστατο, διότι αντίκειται στη θεμελιώδη αρχή του ίδιου του Συντάγματος, που καθιερώνει την αναφαίρετη ισότητα όλων των πολιτικών.
Όμως, υπάρχει και κάτι πολύ πιο απλό. Αντί να σπεύδουν με εξεταστικές και άλλες επιτροπές να αναλάβουν αυτοί την άσκηση της δικαιοσύνης, πράγμα που είναι εντελώς παράλογο και ανήθικο, σε μία απλώς ευνομούμενη πολιτεία, να δεσμευθεί η Βουλή ότι θα διαβιβάζει άνευ άλλου τινός τα πορίσματα των ανακριτικών αρχών για την παραβατικότητα των βουλευτών και των υπουργών (ή του πρωθυπουργού) στη δικαιοσύνη. Ώστε είναι δυνατή η κάθαρση και μέσα από τις πραγματικότητες αυτού του α-ήθους Συντάγματος, που ουσιαστικά εγκαθιδρύει την ολιγαρχική κομματοκρατία και το δυναστικό κράτος ως κρατούν σύστημα. Αυτό λοιπόν δεν φαίνεται διατεθειμένη ούτε η Συριζαία Αριστερά να το πράξει. Δεν «άδειασε» καν να καταργήσει τον νόμο περί μη ευθύνης των υπουργών και των βουλευτών, ούτε να αλλάξει τον κανονισμό της Βουλής που αφορά σε αυτά τα ζητήματα. Και όπως όλα δείχνουν, προτίθεται να παραπέμψει το θέμα στις καλένδες της αναθεώρησης του Συντάγματος. Σημαίνει δηλαδή ότι δεν το πράττει όχι γιατί δεν γνωρίζει, αλλά γιατί δεν θέλει να αλλάξει τη λογική του πολιτεύματος, να δημιουργήσει μία νέα σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των νομέων του πολιτικού συστήματος και της κοινωνίας, της κοινωνικής συλλογικότητας."


Η Συριζαία Αριστερά ως Νέα Δεξιά
ΤΟ ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΟ ΙΔΙΩΝΥΜΟ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ
2. To Σύνταγμα και οι εφαρμογές του. Το πανόραμα μιας αυθεντικής αποτύπωσης του εκφυλισμένου χαρακτήρα της ολιγαρχικής κομματοκρατίας.
Σελ. 255-257.


Ελένη Ξένου



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου