Δευτέρα, 4 Σεπτεμβρίου 2017

Η ΙΕΡΟΤΗΣ ΤΟΥ ΕΛΑΙΟΔΕΝΔΡΟΥ

Η ελαία του Ερεχθείου ~ Η Ιερή Ελιά του Πλάτων



Δεύτε λάβετε φως.

Ήτο κότινος αρχικώς η ελαία του Ερεχθείου; ήτο η πρώτη ήμερη εληά, την οποίαν εφύτευσεν η Αθηνά υπέρ της πόλεώς της; ήτο το δόρυ της, που το έμπηξε εις το έδαφος θυμωμένη με τον Ποσειδώνα και εφύτρωσε θαλλούς; ήτο η ίδια η Αθηνά, εμφανισθείσα υπό μορφήν ελαίας; ήτο το πρώτον της άγαλμα σχηματισθέν με τον κορμόν της ελαίας αυτής;
Ό,τι και αν ήτο, η ελαία του Ερεχθείου, εθεωρείτο ώς δενδρον πανίερον, το δέ λάδι της εχρησιμοποιείτο δια την άσβεστον λυχνίαν της Αθηνάς.
Όλβιος εκείνος, του οποίου εστεφάνωσαν την κεφαλήν με κλάδον της ελαίας αυτής!
Με τέτοιον κλάλον εστεφάνωσαν τον Αριστοφάνην μετά την θριαμβευτικήν παράστασιν των «Βατράχων» του. 
Ο λαός των Αθηνών, που επλησίαζε την Ελαιαν του Ερεχθείου με απαράβλητον ευλάβειαν, της έδενε και κορδελλάκια, της εκρεμούσε και στεφάνους και ποικίλα αναθήματα και καρπούς.
Και όταν, κατά τα Περσικά, κατέκαυσαν οι βάρβαροι και την ελαίαν αυτήν του  Ερεχθείου, την επιούσαν, που διετάχθηκαν από τον Βασιλέα να ανέλθουν εις την Ακρόπολιν, και να προσφέρουν θυσίας, είδαν, όπως λέγουν τα παλαιά Συναξάρια, με απορίαν των, την καϋμένην εληά να έχη πετάξη βλαστάρι ίσα με έναν πήχυν.
Από την ελαίαν αυτήν, την ιεράν, κατά τους θρύλους, εδημιουργήθησαν αι δώδεκα ελαίαι της Ακαδημίας -δεύτε λάβετε φως!- αντιστοιχούσαι, ως λέγεται, πρός τας δώδεκα πύλας της. Αυταί δε μεταλαμπαδεύθησαν κατόπιν, και τιουτοτρόπως εδημιουγήθη ολόκληρον το ιερόν δάσος των Αθηνών. Αλλά αι εις την Ακρόπολιν επάνω υπήρχον και άλλαι ελαίαι -το μόνον δένδρον, που εναρμονίζεται με αρχαίτητας- όλα δέ τα ιερά της Αθηνάς περιείχον ιεράς ελαίας (μορίας). Πολλά δ΄εξ αυτών περιεκυκλούτο από ελαιώνας ολοκλήρους. Σηκός εθεωρείτο ο περίβολος των Ελαιώνων αυτών, και τα κουφώματα κάθε έληάς του, ήσαν κόγχαι αναθηματικαί.




Η γενίκευσίς όμως της ελαίας, ως παραγωγικού δένδρου, οφείλεται, μαζί με πολλά άλλα, εις τον Πεισίστρατον. Ούτω δέ την Αττικήν, «πρότερον ψιλήν και άδεδρον ούσαν», την κατεφύτευσαν με ελαιόδενδρα, «Πεισιστράτου προστάξαντος».
Προστίθεται δέ και η πληφορία, ότι διετάχθηκαν οι ακτήμονες πολίται, να ΄βουν είς τους αγρούς, να ενδυθούν το σιγούνι των χωρικών και να φυτεύσουν ελαιόδενδρα. Τους έκαμε δηλαδή κτηματίας με το στανιό.
Πέλαγος ολόκληρον ελαιοδένδρων προήλθεν από αυτήν την εμφύτευσιν του Πεισιστράτου. Τις οίδε, κανένα κούφταλον εληάς, λησμονημένον σε καμμιά πλαγιά βουνού της Αττικής, αν δεν είναι λείψανον του εκπολιτιστικού εκείνου οργαμού!...
Το εισόδημα των ελαιώνων ανήκεν εις τους διαφόρους ιδιοκτήτας, με πολύ περιωσμένας διατάξεις, δια τα προς τας ελαίο-παραγωγούς αυτάς προσωπικότητας δικαώματα. Αλλά δεν είχον παραχωρηθή τα αυτά δικαιώματα και διά τας ιεράς ελαίας.
Τα κατσίκια όμως, τα οποία τρελλαίνονται διά τους θαλλούς του ελαιοδένδρου, ούτε να τα πλησιάσουν ετολμούσαν. Διά τούτο όχι μόνον ήτο απηγορευμένη η άνοδος κατσίκας είς την Ακρόπολιν, όχι μόνον δεν έτυχεν αυτή ποτέ της τιμής να θυσιασθή είς βωμόν, αλλ΄ούτε το κατσικίσιο γάλα επετρέπετο να το πιη η ιέρια της Αθηνάς.




Και εις του ς κατόπιν χρόνους διετήρησε την θέσιν της η ελαία, εκπροσωπούσα την αγιότητα είς τη Εκκλησίαν και την ευτυχίαν εις τον οίκον. Το δε μυστήριον του ευχαίου καταδεικνύει, την συνεχή και αμείωτον της εληάς εις την συνείδησιν του Γένους.
Και ποιός δεν είδε την καλή γρηούλα με ένα καταπάστρικο βαμπακάκι να παίρνη ολίγο αγιασμένο λαδάκι από την καντήλα της Αειπαρθένου, δια να ξαναδώση την νεανικήν δύναμιν στη ματιά της, η δια ν΄αποσταυρώση το εγγόνι της;
Και ποιός δεν είδε την ευλαβή γρηούλα να γονατίζη, να κάνη μετάνοιες και κατόπιν αίρουσα τας χείρας προς τον προστάτην της Άγιον να μουρμουρίζη τας δεήσεις της και να άπτεται της καντήλας του;
Μεταξύ των ποικίλων πληροφοριών δια τον Ευαγγελιστήν Λουκάν, είναι και το ότι τον εκρέμασαν είς μίαν εληά. Αν τούτο είναι αληθές, βεβαίως ο καλλιτέχνης Άγιος θα το εθεώρησεν, ως ιδιαιτέραν εύνοιαν της Θείας Προνοίας,




ΦΟΒΟΣ ΚΑΙ ΤΡΟΜΟΣ

«Φύτευμ΄αγήρατον, αυτόποιον,
εγχέων φόβημα δαϊων,
ο τάδε θάλλει μέγιστα χώρα,
γλαυκάς παιδοτρόφου φύλλον ελαίας
το μέντις ούθ΄αβός, ούτε γήρα
σημαίνων αλιώσει χειρί πέρσας
ο γαρ αιέν ορώ κύκλος
λεύσσει νιν Μορίου Διός,
χά γλαυκώπις ΄Αθάνα.»

Τ΄ ακούτε λοιπόν; Το άγρυπνον μάτι του Θεού θα τιμωρήση εκείνον που καταστρέφει τα ελιόδενδρα, κ΄η Παναγιά θα του κουλάνη το χέρι.
Δεν σημαίνει τίποτε αν ο Σοφοκλής, που τα λέγει αυτά, είχεν άλλον Θεόν και άλλην Παναγιά. Η Δύναμις, η προστατευτική του ευεργετικού δένδρου και η τιμωρός του κακοποιού ανθρώπου, είναι πάντοτε μία και η αυτή.
Δεν βλέπετε τί έπαθεν ο Αλιρρόθιος, με όλον που ήτο υιός του Ποσειδώνος; Διά να εξυπηρετήση τα εναντίον της Αθηνάς πάθη του πατρός του, επήγε κρυφά τα μεσάνυχτα να κόψη την ιεράν ελαίαν του Ερεχθείου, και η πρώτη τσεκουρι, αντί να κτυπήση την εληά, εκτύπησεν αυτόν τον ίδιον και τον εσκότωσε. Από τον θάνατον δε αυτόν (μόρον) θέλουν να ειπούν, ότι παράγεται το όνομα της ιεράς ελαίας (μόρια), ενώ άλλοι σχετίζουν το όνομα με το μοίρασμα του καρπού.
Τώρα πώς κατώρθωσεν ο άτυχος και σκανδαλιάρης Αλιρρόθιος να ξανασκοτωθή απόν Άρην, είναι άλλο ζήτημα.
Του Θεού το μάτι και της Παρθένου την οργήν εφοβήθησαν και οι Πελοποννήσιοι κατά τον πρώτον έτος του πολέμου και απεσύρθησαν έντρομοι, μόλις επλησίασαν είς τον έλαιώνα των Αθηνών. Και έπρεπε να ευρεθή ένα Σύλλας διά να βάλη χέρι και είς τα ιερά των Αθηνών άλση, αδιαφορών και δια το δόρυ της Ατρυτώνης Αθηνάς και δια τον κεραυνόν του Μορίου Διός.




Δια τας αρχαίας Αθηνάς ημπορεί να ειπή κανείς, ότι η μεν γη ανήκεν είς τους κατοίκους, αι δε ελαίαι ανήκον εις την πόλιν. Αυστηρότατοι ήσαν οι νόμοι δια την χρήσιν και αυτών των ιδιοκτήτων ελαιοδένδρων. Από δύο μόνον ελαιόδενδρα τον χρόνον, και κατόπιν διατυπώσεων, ηδύνατο ο ιδιοκτήτης να ξυλευθή. Διά να κατορθώση δε να ξερριζώση ένα ελαιόδενδρο, έπρεπε κοντά στ΄άλλα, να πληρώση είς την πόλιν εκατόν δραχμάς, αι δέκα των οποίων ανήκον εις την Αθηνάν.
Ολόκληρος ιεραρχία υπαλλήλων υπήρχε δια την αυστηράν τήρησιν των υπέρ των ελαιοδένδρων νόμων.
Αν ερωτάτε δε και δια τας ιεράς ελαίας, όχι μόνον το εισόδημά των ανήκεν εις τα ιερά και εις την πόλιν, κατόπιν σειράς διατυπώσεων διά τον έλεγχον της περισυλλογής, ελαιοπαραγωγής και διαθέσεως, αλλ΄άν ετολμούσε κανείς να παραβλάψη ή να ξεριζώση καμμίαν από αυτάς, εδικάζετο είς τον Άρειον Πάγον και, ως γνωστόν, το δικαστήριον αυτό δεν εχωράτευε, καταδίκαζον εις θάνατον πάντα ελαιοκόπον και ελαιοφθόρον.




Ευλογημένος είναι πράγματι εκείνος που φυτεύει ελαιόδενδρα και καταραμένος όποιος τα καταστρέφει. Αυτό διδάσκουν οι αιώνες. Και θα είναι λυπηρόν πράγμα να αποθάνη κανείς, χωρίς να έχη φυτεύση με το χέρι του μιά εληά.
Κατά τούς αρχαίους χρόνους το να φυτεύση κανείς ένα ελαιόδενδρον, ισοδυναμούσε με το να ιδρύση έναν ιερόν της Αθηνάς. Αλλά και τώρα πάλιν είναι σαν να κτίση κανείς ένα εκκλησάκι της Παναγίας.





Ο ΑΝΑΔΡΟΜΑΡΗΣ ΤΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ
Δ. ΚΑΜΠΟΥΡΟΓΛΟΥ
Σελ. 119-123
Αντιγραφή κειμένου, Ελένη Ξένου.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου