Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

Το παράδοξο ως «αυτονόητο»

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗΣ



"Όταν ο πολιτικός αξιώνει τη δίωξη του πολίτη δυνάμει νόμου από τον οποίον ο ίδιος έχει εξαιρέσει τον εαυτό του"
Το συγκεκριμένο «συμβάν» προκάλεσε τις επισημάνσεις μου, διότι εγείρει ορισμένα ζητήματα, αποδεικτικά του νοσηρού κλίματος που έχει εγκατασταθεί στη χώρα.

α. Για την ενεργοποίηση της διαδικασίας του αυτοφώρου σχετικά με το αδίκημα της εξύβρισης/δυσφήμησης πολιτικού τινός, υποθέτω ότι οφείλει να ελεγχθεί η αλήθεια των πραγματικών περιστατικών. Έγινε όντως ο έλεγχος αυτός; Αρκεί μόνη η υποβολή μήνυσης για εξύβριση/συκοφαντική δυσφήμηση από κάποιον πολίτη για να κινηθεί η διαδικασία του αυτοφώρου; Ή μήπως ισχύει η αρχή ότι η αλήθεια του βουλευτή είναι εξ ορισμού βεβαία και δεν υπόκειται στον έλεγχο της δικαιοσύνης;

β. Η ελευθερία του δημοσιογράφου δεν είναι αυτοτελής αλλά παρένθετη. Προστατεύεται, υπό τον όρον ότι ασκείται στο πλαίσιο του σκοπού της ενημέρωσης της κοινωνίας. Στην πραγματικότητα, υπάρχει για να υπηρετεί την ελευθερία της κοινωνίας. Δεν μπορεί, επομένως, να ασκείται καταχρηστικά, δηλαδή να υπηρετεί ειδικούς σκοπούς και συμφέροντα. Δεν έχω δει ακόμη την εισαγγελική αρχή να επιλαμβάνεται σε διαχείριση του πολιτικού γεγονότος από ΜΜΕ εξόφθαλμα χειραγωγητική και ιδιοτελή, δηλαδή καταχρηστική της ελευθερίας του δημοσιογράφου.

γ. Επισημαίνω την αντίφαση ο πολιτικός να έχει αυτοεξαιρεθεί κατά τρόπο προκλητικό από τη δικαιοσύνη, να έχει τοποθετήσει εαυτόν υπεράνω του νόμου, δίκην απολυταρχικού μονάρχη, και να επικαλείται τον νόμο, προκειμένου να στραφεί για το ίδιο αδίκημα εναντίον οποιουδήποτε πολίτη. Ο πολιτικός θεωρεί αυτονόητο ότι μπορεί να εξυβρίζει, να συκοφαντεί, να καταστρατηγεί το Σύνταγμα και τους νόμους, να δωροδοκείται, να διαπράττει κάθε είδους αδικήματα και, μάλιστα, στον ιδιωτικό του βίο, αλλά να μην υπάγεται στη δικαιοσύνη.


Ο πολιτικός επίσης, διακηρύσσει και περαιτέρω προνοεί στο Σύνταγμα ότι ο πολίτης δεν δικαιούται να αποφαίνεται επί δημοσιονομικών ζητημάτων, δεδομένου ότι δεν πρόκειται να αποδεχθεί να φορολογηθεί περισσότερο ή θα αξιώσει να αυξήσει τις παροχές που απολαμβάνει (λ.χ. τον μισθό του κ.λ.π.). Στον αντίποδα, όμως, θεωρεί αυτονόητο ότι ο ίδιος δικαιούται να αυξάνει τις πάσης φύσεως απολαβές του, να αποφασίζει την απαλλαγή του από φορολογικά βάρη κ.λ.π.

Επιβεβαιώνεται, προφανώς, η διαπίστωσή μας ότι ο κάτοχος της καθολικής πολιτικής αρμοδιότητας δεν υπόκειται στη δικαιοσύνη ούτε και δεσμεύεται ή επιβαρύνεται από τις δημοσιονομικές και άλλες υποχρεώσεις που βαρύνουν τους άλλους. Να υποθέσουμε ότι η άρχουσα δικαιοσύνη δεν διακρίνει στην εξαίρεση του πολιτικού προσωπικού από την πολιτεία δικαίου την καταστρατήγηση των θεμελίων (που δεν επιτρέπεται η αναθεώρησή τους) του ίδιου του Συντάγματος; 111
[111. Θα αδικούσα την άρχουσα δικαιοσύνη εάν δεν επεσήμαινα ότι πρώτοι διδάξαντες τη διαστροφή των εννοιών και την αρχή της υπερίσχυσης των μη θεμελιωδών άρθρων του Συντάγματος επί εκείνων που ορίζουν το είδος του πολιτεύματος είναι οι συνταγματολόγοι. Οι οποίοι και καθοδηγούν τους φορείς της δικαιοσύνης στην καταστρατήγηση του ίδιου του πολιτεύματος που υποτίθεται ότι θεσπίζουν, με πρόσημο το «πολιτικώς ορθόν» της ερμηνείας.]


Η αντίληψη ότι ο νόμος είναι για τους άλλους -και δη για τους υποτιθέμενους εντολείς του πολιτικού- είναι προφανώς αποδεικτική του αυστηρά πρώιμου -δηλαδή μοναρχικής αναφοράς- ολιγαρχικού χαρακτήρα του πολιτικού συστήματος. Όμως, η άνευ όρων προσκύρωση της δικαιοσύνης στο παρεκβατικό αυτό πνεύμα της ολιγαρχικής κομματοκρατίας δεν προμηνύει παρά μόνον δεινά για την κοινωνία των πολιτών και τον τόπο.

Η αντίφαση αυτή, που διατηρεί στο προσκήνιο τη διαφορά μεταξύ της ολιγαρχικής ορθότητας στην Εσπερία και της εκφυλισμένης κομματοκρατίας στα καθ΄ημάς, συνομολογεί γιατί η πολιτική τάξη της χώρας αποκλίνει εμμονικά από την ολιγαρχική ορθότητα, δίκην αξιώματος. Έτσι, ενώ θεωρεί απαράδεκτο η κοινωνία των πολιτών να αποφασίζει «δημοψηφισματικά» για δημοσιονομικά ζητήματα, η ίδια διατηρεί το δικαίωμα να αυξάνει τις απολαβές της, να εξαιρείται από τις δημοσιονομικές ευθύνες της, να λειτουργεί αντινομικά, να ευνοεί τους πελάτες της και πολλά άλλα. Θα έλεγα ότι η αρχή αυτή, πέραν του ότι προσιδιάζει στην ολιγαρχία, απορρέει από μια γενική αρχή του πολιτικού φαινομένου, που διέπει το πολιτικό φαινόμενο στην ολότητά του, η οποία διδάσκει ότι ο κάτοχος της πολιτικής κυριαρχίας είναι νόμος καθεαυτόν και, συνακόλουθα, αυτοδικαίως μη υποκείμενος στους νόμους, πολλώ δε μάλλον, μη ίσος έναντι των πολιτών. Η αρχή της ισότητας που διακηρύσσει το Σύνταγμα, που η ίδια η πολιτική τάξη καθιέρωσε, ισχύει για τους «άλλους», όχι προφανώς γι΄αυτήν. Αυτό, άλλωστε, ορίζουν πάμπολλες μη θεμελιώδεις διατάξεις του, για να μην επικαλεσθώ τα καταστρατηγικού χαρακτήρα νομοθετήματα και αποφάσεις του καθαρτηρίου θεσμού της Βουλής.


Γιώργος Κοντογιώργης

Η Συριζαία Αριστερά ως Νέα Δεξιά
ΤΟ ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΟ ΙΔΙΩΝΥΜΟ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ

Σελ. 270-273.


Ελένη Ξένου.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου