Κυριακή 29 Μαΐου 2022

 «Η Πόλις εάλω…»

Γιώργος Κοντογιώργης - Το Βυζάντιο των Ελλήνων κατά την Οθωμανοκρατία



Γ. Κοντογιώργης - Το Βυζάντιο των Ελλήνων κατά την Οθωμανοκρατία

Διαδικτυακή διάλεξη του Ομότιμου Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και πρώην Πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργου Κοντογιώργη με θέμα «Το Βυζάντιο των Ελλήνων κατά την Οθωμανοκρατία», η οποία έγινε στις 29.5.2021 στο πλαίσιο εκδηλώσεων που διοργάνωσε η Οικουμενική Ομοσπονδία Κωνσταντινοπολιτών με αφορμή την 568η επέτειο της άλωσης της Πόλης.

Η απομαγνητοφώνηση της διάλεξης έγινε από την Ελένη Ξένου.

https://youtu.be/xAWgHEp0z40

Κυρίες και κύριοι καλησπέρα σας και Χριστός Ανέστη. Όπως κάθε επέτειο της Άλωσης, η Οικουμενική Ομοσπονδία Κωνσταντινοπολιτών οργανώνει ομιλίες, συνέδρια, εκδηλώσεις στην επέτειο αυτού του ιστορικού γεγονότος που έχει κομβικό σημείο στην ιστορία όχι μόνο του ελληνισμού αλλά και της παγκόσμιας Ιστορίας. Σήμερα έχουμε την χαρά και την τιμή να είναι μαζί μας για μία πάρα πολύ ουσιαστική ομιλία για την οποία έχετε ενημερωθεί -για τον ελληνισμό του Βυζαντίου κατά τη διάρκεια της οθωμανοκρατίας- ο αξιότιμος Καθηγητής και πρώην Πρύτανης Παντείου Πανεπιστημίου Κύριος Γιώργος Κοντογιώργης που, σε όλους μας βεβαίως είναι πολύ γνωστός. …

Τον ευχαριστώ από αυτήν τη θέση και το ότι δέχθηκε σήμερα να είναι ο ομιλητής μας αλλά και για το ότι είναι πάντοτε μαζί μας στις προσπάθειες που κάνει η Οικουμενική Ομοσπονδία Κωνσταντινοπολιτών σε πάρα πολλούς τομείς. Κύριε Καθηγητά σας ευχαριστούμε πάρα πολύ και πάλι και, με πολύ ενδιαφέρον θα σας παρακολουθήσουμε.

Γιώργος Κοντογιώργης: Καλησπέρα. Εγώ σας ευχαριστώ. Θεωρώ ότι είναι μεγάλη μου τιμή να απευθύνομαι διά μέσου της Ομοσπονδίας των Κωνσταντινοπολιτών στο κοινό για να μιλήσω για ένα τόσο σημαντικό, θα έλεγα, για την κοσμοϊστορία και όχι μόνο για τον ελληνισμό θέμα. Η συγκυρία το έφερε ώστε το εξάτομο αυτό έργο, το ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΟΣΜΟΣΥΣΤΗΜΑ, να ολοκληρωθεί με τους δύο τελευταίους τόμους πριν από λίγες μέρες που μόλις κυκλοφόρησε ο 5ος και ο 6ος, που διαπραγματεύονται ακριβώς την όλη αυτή πορεία του ελληνισμού. Και, εννοώ όχι ιστορική πορεία αλλά την ουσιαστικά πορεία του,  εξ επόψεως ιδιοσυστασίας και ταυτότητας στον κόσμο και τις επιδράσεις του, στο μέτρο που εάν θέλουμε να είμαστε αληθής και συνεπείς απέναντι στην Ιστορία, πρέπει να αποδεχθούμε αυτό που διδάσκει η πραγματικότητα της Ιστορίας. Ότι, εάν υπάρχει σήμερα ο κόσμος στο σημείο που βρίσκεται, οφείλεται στο Βυζάντιο. Με μία λέξη, η λεγόμενη Ευρώπη, η λεγόμενη νεοτερικότητα, στην κυριολεξία ο κόσμος της μεγάλης κλίμακας που ενσαρκώνει το κράτος-έθνος με όρους ελευθερίας, δεν γεννήθηκε στον Μεσαίωνα ούτε στη Δύση. Μετακενώθηκε στη Δύση, γεννήθηκε όμως στο Βυζάντιο.

Η κρατούσα άποψη προσπαθεί –και θα δούμε «γιατί»- να αποδομήσει και να απαξιώσει τόσο το Βυζάντιο, να το διαχωρίσει δηλαδή από την ελληνική του ομοθεσία και συγχρόνως από την ευρωπαϊκή Ιστορία, ή στην καλύτερη περίπτωση, αν θέλετε, να το διαχωρίσει από την τουρκοκρατία προκειμένου να καταδείξει ότι αυτό που είναι ο ελληνισμός της τουρκοκρατίας δεν έχει καμία αντιστοίχηση με το Βυζάντιο άρα και με τον ελληνικό κόσμο, ιδίως δε, με την απώτερη αρχαιότητα. Και, βεβαίως, ότι είναι μία παράκλητη παράμετρος της δυτικής εξέλιξης η οποία είναι καθόλα ανώτερη και γι’ αυτό άλλωστε ακολούθησε τον βηματισμό του και ο ελληνικός κόσμος υιοθετώντας το κράτος το οποίο ζούμε σήμερα, δηλαδή το κράτος της δυτικής απολυταρχίας. Δεν θα αναφερθώ στην αποφράδα ημέρα, δεν νομίζω ότι μπορεί να αποφέρει κάτι σημαντικό, όσο, να δώσω μία εξήγηση στην πορεία αυτής της παρουσίας μου εδώ, του «γιατί» είχαμε αυτές τις αλυσιδωτές ήττες του ελληνισμού το 1204, το 1453 και το 1821. Για να δούμε όμως αυτήν την πλευρά της πραγματικότητας πρέπει να αποκομίσουμε ένα στοιχειώδες –διότι δεν μπορούμε να είμαστε αναλυτικοί σε αυτόν τον χρόνο που έχουμε στη διάθεσή μας- να έχουμε όμως ένα στοιχειώδες πανόραμα αυτού που είναι ο ελληνικός κόσμος μετά το Βυζάντιο, δηλαδή στην περίοδο της οθωμανοκρατίας.

Σπεύδω να πω εξαρχής -ώστε να γνωρίζετε τον προσανατολισμό και την ανάλυση στην οποία θα προβώ- ότι θα δείξω πως οι Έλληνες της οθωμανοκρατίας ζούσαν το Βυζάντιο. Ζούσαν το πνεύμα του, το περιβάλλον του, την ιδιοσυστασία του, την ελληνική του ταυτότητα και, διά του Βυζαντίου, την απώτατη αρχαιότητα. Είχαν πλήρη συνείδηση γι’ αυτό. Θα δείξω δηλαδή, ότι το Βυζάντιο, απώτατη προ-ρωμαϊκή αρχαιότητα και η τουρκοκρατία, συγκροτούν ένα ενιαίο όλον που συνεχίζει αδιάπτωτα και φυσικά εξελισσόμενο χωρίς στατικότητα, μετασχηματίζεται στον χρόνο, συγκρατεί όμως τα θεμελιώδη στοιχεία του όπου είναι εκείνα τα οποία άλλωστε του επιτρέπουν να έχει και τις εξωτερικές εκδηλώσεις τις οποίες συνήθως  διακρίνουμε διά γυμνού οφθαλμού, τη συνέχεια της γλώσσας, των παραδόσεων, των ηθών, της νομοθεσίας και πολλών άλλων ζητημάτων τα οποία έχουν να κάνουν ακριβώς με αυτή τη συνέχεια της ιδιοσυστασίας του. Στο κλίμα δηλαδή, αυτού που θα μπορούσαμε να πούμε του ανθρωποκεντρισμού (των κοινωνιών με ελευθερία). Θα προσπαθήσω λοιπόν σε αυτόν τον λίγο χρόνο, να δείξω (για να κατανοήσουμε αυτό που συνιστά το μετά το Βυζάντιο, ελληνικό κεκτημένο) τι ήταν το Βυζάντιο. Τι αντιπροσώπευε σε σχέση με την πρεσβυτέρα Ρώμη που κληρονόμησε και τι με τον ελληνισμό. Και, στη συνέχεια, θα δείξω τι από αυτά τα συστατικά στοιχεία που έφερνε μαζί του, απαντώνται στην τουρκοκρατία ώστε να μπορούμε να ισχυριστούμε ότι το Βυζάντιο είναι παρόν στην τουρκοκρατία. Ο ελληνικός κόσμος της τουρκοκρατίας μολονότι στενάζει κάτω από τον οθωμανικό ζυγό, είναι ένας κόσμος που ζει τις συνθήκες του Βυζαντίου και, βεβαίως, προσδοκά ονειρεύεται και σχεδιάζει την δική του αποκατάσταση και στο επίπεδο της κρατικής οντότητας αλλά και της άρσης των αγκυλώσεων που δημιούργησε η οθωμανική δεσποτεία. Για να αντιληφθούμε ακριβώς αυτή την πραγματικότητα -τι ήταν δηλαδή το Βυζάντιο και τι αντιπροσωπεύει στη σύγκρισή του με τον ευρωπαϊκό κόσμο της εποχής αλλά και με τη νεοτερικότητα- θα σας προτείνω επίσης να αντιμετωπίσουμε το όλο αυτό ζήτημα υπό το πρίσμα δηλαδή με την οπτική της οθωμανοκρατίας με την ομόλογη περίοδο της Ευρώπης, επικεντρώνοντας σε τρεις βασικούς άξονες: ως προς την ταυτότητά του (την εθνική του εντέλει ταυτότητα), ως προς την φύση της κοινωνίας (τι ήταν αυτή η κοινωνία του Βυζαντίου)  και ως προς το είδος του κράτους που αντιπροσώπευε το Βυζάντιο και που ευαγγελίζονταν ή βίωναν παραμέτρους του οι Έλληνες της τουρκοκρατίας και ήθελαν ακριβώς να το αποκαταστήσουν.

 

Τι ήταν λοιπόν το Βυζάντιο;

Πρώτα-πρώτα εξετάζοντάς το υπό μία ιστορική οπτική, δεν είναι τίποτε άλλο παρά, η ολοκλήρωση και η κατάληξη αυτού που δημιούργησε ο ελληνικός κόσμος από τον Αλέξανδρο και μετά, δηλαδή η οικουμενική περίοδος του ελληνικού ανθρωποκεντρικού κόσμου. Είχαμε την προηγούμενη περίοδο την κρατοκεντρική (πόλεις-κράτη), έχουμε τώρα την υπέρβαση αυτού του κρατοκεντρισμού. Μία άλλη φάση δηλαδή στην ιστορία του ελληνικού κοσμοσυστήματος η οποία έχει το εξής χαρακτηριστικό, που θα το συναντήσουμε και στη συνέχεια στο Βυζάντιο. Ότι δεν καταργεί το προγενέστερο μέρος της συγκρότησης του ελληνικού κόσμου (τις πόλεις-κράτη), τις ενσωματώνει σε ένα νέου τύπου κράτος το οποίο είναι άγνωστο σήμερα (και αυτό δεν τιμά τη νεοτερική επιστήμη διότι θέλει δεν θέλει υπάρχει) που είναι η κοσμόπολη. Η κοσμόπολη συγκροτείται ως το κράτος της οικουμένης το οποίο ενσωματώνει τις πόλεις άρα τους αφαιρεί την ανεξαρτησία, αλλά τους επιτρέπει να διατηρήσουν όλες τις αρμοδιότητες που συνεπάγεται η έννοια της θεμελιώδους κοινωνίας -το αντίστοιχο της πόλης και στην προηγούμενη περίοδο και στην οικουμενική περίοδος είναι το κράτος-έθνος (σήμερα), η μεγάλη και η μικρή κλίμακα. Η μικρή κλίμακα λοιπόν της πόλης ενσωματώνεται με όλες τις αρμοδιότητες που είχε ως πόλις-κράτος και συγχρόνως αναλαμβάνει νέες αρμοδιότητες τις οποίες καλείται να ασκήσει για λογαριασμό ή ως εταίρος της κεντρικής πολιτείας που, η κεντρική πολιτεία τι είναι τελικά; Δεν είναι ένα συγκεντρωτικό απολυταρχικό κράτος ή ένα κράτος πολιτικής κυριαρχίας όπως το σημερινό το οποίο φτάνει την αρμοδιότητά του μέχρι τον τελευταίο πολίτη στο τελευταίο ορεινό χωριό, αλλά, είναι μία αναπαραγωγή στο κέντρο/στη μητρόπολη της έννοιας της πόλεως η οποία αναπαραγωγή της έννοιας της πόλεως, όχι μόνο στα συστατικά στοιχεία που λειτουργεί ως πόλη αλλά και στο επίπεδο της επικράτειας, ασκεί αρμοδιότητες οι οποίες έχουν να κάνουν με την έννομον επιστασίαν. Παραδείγματος χάρη, το δημοσιονομικό σύστημα, η στράτευση, αλλά και όλες οι άλλες αρμοδιότητες που σήμερα θεωρούνται ότι είναι υπόθεση της κεντρικής πολιτείας άρα ενός μονοσήμαντα μοναρχικού κράτους ολιγαρχικής κοπής, το κράτος της κοσμόπολης στα στάδιά του ακόμα και τις ρωμαιοκρατίες που ξεκινούν από τους ελληνιστικούς χρόνους και ολοκληρώνονται στο Βυζάντιο, είναι αρμοδιότητες εννόμου επιστασίας που η κεντρική πολιτεία δεν συναντάει τον πολίτη, αλλά, η εξουσία της σταματάει στα τείχη των πόλεων.

Μία άλλη πολύ ενδιαφέρουσα πτυχή αυτού του κράτους είναι ότι το ίδιο δεν λειτουργεί κατά τρόπο συγκεντρωτικό αλλά εντελώς αποκεντρωτικό, με την έννοια ότι, η κεντρική νομοθεσία, εκτός από τις μεγάλες λειτουργίες του κράτους που ενοποιούν το όλον, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η νομοθεσία της κεντρικής πολιτείας που η κάθε πόλη αναπαράγει ή μεταβάλλει όπως και το πολιτειακό της σύστημα.

Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο αυτής της ολοκλήρωσης της βυζαντινής κοινωνίας είναι το τέλος της δουλείας. Που ξεκινάει σιγά-σιγά από την περίοδο των ελληνιστικών χρόνων αλλά ολοκληρώνεται ουσιαστικά στο Βυζάντιο. Η έννοια της δουλείας στο Βυζάντιο δεν είναι παρά η έννοια της εξαρτημένης εργασίας και αυτό δεν οφείλεται στο γεγονός ότι καταργείται με απόφαση η δουλεία, αλλά στην πραγματικότητα γίνεται άχρηστη με δεδομένο ότι το οικονομικό σύστημα συγκροτείται με την παρουσία και του κεφαλαίου και της εργασίας, άρα σε μία εταιρική δημοκρατική σχέση. Είναι τα περίφημα συστήματα του Λέοντος του Σοφού που μας τα περιγράφει με πολύ παραστατικό τρόπο και, βεβαίως, στο σύνολο της τουρκοκρατίας αυτό είναι ένα κυρίαρχο φαινόμενο το οποίο αποτρέπει την εξαρτημένη εργασία. Άρα τη δουλεία που σήμερα τη θεωρούμε αυτονόητη και, παρ’ όλον ότι είναι υπαρκτή, που συνεπάγεται η εξαρτημένη εργασία άρα η παραίτηση από την ίδια την αυτονομία της πράξης και της σκέψης στο πεδίο της εργασίας. Άρα λοιπόν, η κεντρική πολιτεία αναπαράγει το πολιτικό σύστημα της κάθε πόλης, ωστόσο με έναν περιορισμό: Ενώ το σύνηθες είναι ότι οι πόλεις δηλαδή τα κοινά του Βυζαντίου έχουν ως πολιτειακό σύστημα τη «μέση» δημοκρατία (πολλές φορές λιγότερο ή περισσότερο, αλλά πάντως έχουν τη «μέση» δημοκρατία), το κεντρικό πολιτειακό σύστημα έχει ως πολιτικό σύστημα ένα είδος αντιπροσώπευσης. Σε αντίθεση με τους ελληνιστικούς χρόνους, με τη Ρώμη και με τη δεύτερη Ρώμη (δηλαδή την εποχή των αυτοκρατόρων), τώρα ο βασιλέας δεν είναι τίποτε άλλο παρά μέρος του πολιτικού συστήματος της πόλης του οποίου πηγή νομιμοποίησης και λειτουργίας είναι ο δήμος της Κωνσταντινούπολης και η σύγκλητος.

Βλέπουμε λοιπόν ότι αυτή η συνύπαρξη κεντρικής πολιτείας που είναι η βασιλεύουσα πόλη με τις πόλεις, δημιουργεί μία κρατική οντότητα η οποία εξελίσσεται στον χρόνο αλλά έχει και ένα άλλο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό σε αυτή την εξέλιξή της. Ότι, ορίζει το κράτος με βάση το επωνύμιο της μητρόπολης. Οι ελληνιστικοί χρόνοι ορίζονται με βάση τη βασιλεία, τη μοναρχία (Πτολεμαίοι -Σελευκίδες) ή, την πρωτεύουσα/μητρόπολη (την Αλεξάνδρεια ή την Αντιόχεια παραδείγματος χάρη). Μία εξαίρεση υπάρχει στη Μακεδονία διότι έχει άλλη ιστορική αναφορά. Από την άλλη όμως, η Ρώμη είναι μία πόλη η οποία κατάφερε να ηγεμονεύσει επί του ελληνικού κόσμου και η οποία έδωσε το όνομά της στο κράτος· στην επικράτεια τη ρωμαϊκή. Κατά τον ίδιο λόγο λοιπόν και το Βυζάντιο (παρ’ όλα τα ανόητα και αναπαραγωγικά χωρίς σκέψη που δίδονται στην εποχή μας), ορίζεται ως Βυζάντιο από τους ίδιους τους Βυζαντινούς. Δηλαδή με βάση το όνομα που εκείνοι αποφασίζουν να δώσουν στη μητρόπολη πολιτεία. Δεν είναι λοιπόν νεότερο δημιούργημα η έννοια/ορισμός «Βυζάντιο», αλλά είναι αυτό που αποτελεί συστατικό γνώρισμα της ίδιας της βυζαντινής κοσμόπολης. Έχει σημασία να το προσέξουμε αυτό ξέρετε. Η Ρώμη δημιουργεί τη νέα Ρώμη. Πώς ερμηνεύθηκε αυτό; Ερμηνεύθηκε ως παράδοση του ρωμαϊκού imperium, δηλαδή της ρωμαϊκής ηγεμονίας στην οικουμένη, από τους Ρωμαίους Λατίνους στους Έλληνες. Αυτό είναι γενικώς αποδεκτό και από την παπική εκκλησία και τη Δύση και από τον ελληνικό κόσμο. Με άλλα λόγια δεν άλλαξε ταυτότητα ο Έλληνας όταν εξέλειπαν οι Ρωμαίοι (περιήλθαν στη φεουδαρχία και δεν είχαν εθνική ταυτότητα πια και γνώση του τι είναι η εθνική ταυτότητα) αλλά, παρέμειναν Έλληνες έχοντας όμως λειτουργήσει ως επικαρπωτές του ρωμαϊκού imperium. Γιατί το χρησιμοποιούσαν αυτό; Διότι τους παρείχε τη νομιμοποίηση που δεν μπορούσε πια να δώσει η ελληνική παρουσία όπως στους ελληνιστικούς χρόνους, στην ηγεμονία και της Δύσης και της Ανατολής και της Μεσογείου, δηλαδή της περιοχής της οικουμένης. Η Ρώμη λοιπόν, είναι ένα όνομα το οποίο εκλείπει.

Έχω αποδελτιώσει στο σύνολο της ελληνικής γραμματείας το επωνύμιο του Βυζαντίου. Πλέον του 90% οι Βυζαντινοί συγγραφείς, οι πηγές γενικότερα, αποκαλούν «Βυζάντιο», το κράτος του, ως προέκταση της επωνυμίας της μητρόπολης για να γίνει γνωστό και να συνεννοηθούν για το τι είναι το κράτος αυτό. Είναι η βασιλεύουσα πόλη επί των άλλων πόλεων. Αυτό ορίζει η έννοια της κοσμόπολης και αυτό έρχεται να αποδώσει και αυτό το επωνύμιο. Θα με ρωτήσετε αν υπήρχαν άλλες ονομασίες. Καμιά φορά ονομάζεται «Νέα Ρώμη», καμιά φορά ονομάζεται «Κωνσταντίνου πόλις». Σπανιότερα από όλα ονομάζεται «Ρωμανία». Ο Κεκαυμένος το αναφέρει μερικές φορές, παρ’ όλον ότι όταν θέλει να ορίσει το Βυζάντιο ως Βυζάντιο, ως κράτος/επικράτεια, το αποκαλεί Βυζάντιο. Εκεί που θέλει να το αποκαλέσει Ρωμανία είναι όταν αναφέρεται σε περιοχές των συνόρων όπου εισήλθαν, λέει, Άραβες στη Ρωμανία. Δηλαδή στο έδαφος του Βυζαντίου -εξηγεί. Άρα λοιπόν αυτό που κατά άλλους σήμερα καταβάλλεται προσπάθεια να αποκληθεί το Βυζάντιο και ο ελληνισμός της τουρκοκρατίας επίσης ως Ρωμανία, είναι επίσης ιδεολογικά φορτισμένο και δεν έχει να κάνει με την πραγματικότητα του Βυζαντίου που στη συντριπτική του πλειοψηφία οι Βυζαντινοί το αποκαλούν Βυζάντιο.

 

Τι γίνεται με τον βασιλέα: Η επιλογή των Βυζαντινών Ελλήνων να αποκαλούν τον βασιλέα «βασιλέα των Ρωμαίων» δεν ξεκινάει από την αρχή του Βυζαντίου -δηλαδή της μεταφοράς της μητρόπολης από τον Κωνσταντίνο. Ξεκινάει από τον 9ο αιώνα, όταν η ιδιοκτησία της Ρώμης από τους Βυζαντινούς αμφισβητείται από την παπική εκκλησία. Τότε λοιπόν έχουμε αυτό το φαινόμενο, να προσκτάται στο όνομα του βασιλέα «βασιλεύς των Ρωμαίων» για να δοθεί ακριβώς αυτή η δυνατότητα στην βυζαντινή οικουμένη να αξιώσει την εφαρμογή του ρωμαϊκού imperium. Ξέρουμε ότι ακόμα και ο Καρλομάγνος προσπαθούσε να νομιμοποιηθεί από το Βυζάντιο για να μη θεωρείται απλώς ηγεμόνας αλλά, να είναι ένας κανονικός και ισότιμος μονάρχης. Αυτό λοιπόν είναι πολύ ενδιαφέρον διότι η επιλογή των Βυζαντινών να αποκαλούν το κράτος τους Βυζάντιο δεν είναι άδολη. Είναι απόφαση των ιδίων να αποστασιοποιηθούν, να απορρίψουν την καταγωγική τους αναφορά στη Ρώμη, συγκρατώντας το πολιτικό imperium, αλλά να αναχθούν στην ιστορική τους καταβολή ως Έλληνες. Γι’ αυτό και βλέπουμε ότι όλες οι αναφορές των Βυζαντινών στους προγόνους δεν γίνεται στους Ρωμαίους αλλά στους Έλληνες των ελληνιστικών και των προ-ελληνιστικών χρόνων. Τα πρότυπά τους εκεί ανάγονται, όπως και ίδιο το εκπαιδευτικό τους σύστημα εδράζεται στα ομηρικά έπη και στις τραγωδίες δηλαδή στην ελληνική γραμματεία.

Πολλοί ισχυρίζονται επίσης, ότι, εξέλειπε η ελληνική ταυτότητα στο Βυζάντιο διότι και η έννοια του Έλληνα όριζε τον μη χριστιανό και όχι τον εθνοτικά Έλληνα. Είναι ψευδές αυτό! Εάν παρακολουθήσει κανείς τους τόμους αυτούς του «ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ» (ιδίως στον 3ο τόμο που αναφέρεται στην ταυτότητα) θα διαπιστώσει ότι από την πρώτη μέρα της εγκατάστασης του Κωνσταντίνου στην Κωνσταντινούπολη (στο πρώην Βυζάντιο) η αναφορά στην έννοια του  «Έλληνα» (άρα εκεί που επικρατεί οριστικά ο χριστιανισμός) έχουν και εθνοτικό χαρακτήρα. Είναι δισυπόστατη. Ορίζει αυτόν που δεν είναι χριστιανός αλλά ορίζει και εθνοτικά τον Έλληνα. Υπάρχει όμως και μία δεύτερη παράμετρος αυτού του ζητήματος. Η έννοια του «Γραικού» που πλεονάζει στην εποχή του Βυζαντίου. Η «γραικική εκκλησία», όπως αποκαλείται, πολλές φορές ήδη από την πρώτη οικουμενική σύνοδο, από τη σύνοδο της Καρχηδόνας επίσης η ελληνική εκκλησία της Κωνσταντινούπολης. Για παράδειγμα, όταν ένας πρέσβης Βυζαντινός πηγαίνει στη Σκυθία για να διαπραγματευθεί εκεί με τους τοπικούς ηγεμόνες, συναντάει στον δρόμο του έναν ντυμένο σκυθικά άνθρωπο ο οποίος μιλάει άπταιστα ελληνικά και τον ρωτάει πώς τα έμαθε τα ελληνικά -και του απαντά: «Είμαι Γραικός». Τι δηλώνει αυτό; Δεν δηλώνει ταυτότητα; Αυτοπροσδιορίζεται Γραικός. Και είναι άπειρες αυτές οι αναφορές. Αλλά και όταν αναφέρονται στην έννοια του Ρωμαίου, δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να εννοούν την έννοια του Έλληνα.

Θα σταθώ σε τρία πολύ χαρακτηριστικά παραδείγματα διότι είναι κρίσιμα γι’ αυτά τα οποία συζητούνται σήμερα και, σε σχέση με τον ελληνισμό της τουρκοκρατίας που τον θεωρούν αεθνικό και απλώς ελληνόφωνο και, για τον βυζαντινό κόσμο. Έχει διασωθεί και έχω αναδείξει, -διότι, δεν συνέφερε και αφέθηκε εν σιωπή- μία αλληλογραφία του πάπα Νικολάου (9ος αιώνας) με τον βασιλιά της Κωνσταντινούπολης, ουσιαστικά με τον Φώτιο. Διαμαρτύρεται λοιπόν ο παπάς Νικόλαος, διότι στην αλληλογραφία τους οι Βυζαντινοί δεν θεωρούν Ρωμαίους τους Λατίνους της Ιταλίας, ουδέ καν τη Ρώμη και τον πάπα. Και μάλιστα, χαρακτηρίζει την λατινική γλώσσα ως βαρβαρική και σκυθική· όχι ρωμαϊκή. Και απαντάει διαμαρτυρόμενος λοιπόν ο πάπας, «…Κατά τι εσείς που σας παρέδωσε ο Κωνσταντίνος τη Ρώμη διατηρήσατε τη ρωμαϊκότητά σας, αφού, μιλάτε την ελληνική και απορρίψατε τη λατινική που ήταν η γλώσσα της Ρώμης, ντύνεστε ελληνικά, αισθάνεστε Έλληνες και μιλάτε με τέτοια περιφρόνηση για εμάς που μας θεωρείται μάλιστα ανάξιους να είμαστε Ρωμαίοι;…». Τι δηλώνει λοιπόν αυτό; Δηλώνει ακριβώς ότι, και η έννοια του «Ρωμαίου» είναι το ταυτοτικό ισοδύναμο της έννοιας του Έλληνα.

Θα σας πω άλλο ένα παράδειγμα που έχει πολύ μεγάλη σημασία, διότι υπάρχει στην εποχή εκείνη που ιδίως χαρακτηρίζεται η έννοια του «Έλληνα» ως έννοια που αποδίδει τον μη χριστιανό. Ο Καρλομάγνος είναι ο ηγεμόνας στη Δύση, η Ειρήνη η Αθηναία είναι βασίλισσα του Βυζαντίου. Ο Καρλομάγνος λοιπόν, παρ’ όλον ότι τον στέφει βασιλιά των Ρωμαίων ο πάπας ο Λέων ο 3ος για τους δικούς του λόγους (για να γλυτώσει την καταδίκη για όσα είχε διαπράξει και αρνούμενος να υποβληθεί στη δικαιοσύνη μιας γυναίκας -για αναλογιστείτε εδώ τώρα λίγο τη διαφορά πολιτισμού) προσπαθεί να συνάψει γάμο με την Ειρήνη την Αθηναία. Το αποτρέπει όμως η σύγκλητος και ο λαός του Βυζαντίου και στη συνέχεια προσπαθεί να παντρέψει την κόρη του με τον γιο της Ειρήνης της Αθηναίας, τον Κωνσταντίνο. Στέλνει λοιπόν στο Βυζάντιο στην αυλή του Καρλομάγνου έναν συμβολαιογράφο λόγιο της Κωνσταντινούπολης, τον Ελισαίο, για να διδάξει τη μέλλουσα βασίλισσα στην οποία δίδουν και το ελληνικό όνομα Ερυθρώ, να τη διδάξει την ελληνική γλώσσα, τα ελληνικά ήθη και τα θέσμια της Ρωμαίων βασιλικής αυλής. Το έθνος των Ρωμαίων, των Ελλήνων, που έχουν ως καταπίστευμα το ρωμαϊκό κράτος, το ρωμαϊκό imperium, είναι παρόν. Δηλώνεται το 8ο αιώνα παρακαλώ!

 

Τρία τελευταία στοιχεία που είναι αναγκαία για να κατανοήσουμε την ελληνική κληρονομιά του Βυζαντίου από τους Έλληνες της τουρκοκρατίας: Το πρώτο, το οποίο υπαινίχθηκα ήδη, είναι ότι στο Βυζάντιο ολοκληρώνεται το τέλος της δουλείας. Γίνονται όλοι πολίτες των πόλεων και λειτουργούν εν δημοκρατία. Συγχρόνως –και είναι η αιτία- γενικεύεται η έννοια των συστημάτων, δηλαδή της εταιρικής οικονομίας, της εφαρμογής της δημοκρατικής αρχής στην οικονομία/οικονομικό σύστημα. Αδιανόητο για την εποχή μας, αλλά παρ΄ όλα αυτά υπαρκτό στον ελληνικό κόσμο. Τι δηλώνουν όλα αυτά; Ότι ζούμε σε μία φάση που ουσιαστικά η κοινωνία η οικονομία και η πολιτική έχει ολοκληρώσει τον ιστορικό βίο και μάλιστα με όρους ανωτερότητας ακόμα και με την κλασική εποχή. Η δημοκρατία της Αθήνας των κλασικών χρόνων, ενώ έχει κατακτήσει την καθολική ελευθερία για τους πολίτες της, άρα και κοινωνική ελευθερία, το οικονομικό σύστημα το άφησε απ’ έξω. Ο ελληνικός κόσμος της οικουμένης με πρώτη ολοκληρωμένη εκδοχή το Βυζάντιο, εισάγει τη δημοκρατική αρχή (και γι’ αυτό εκλείπει η δουλεία) και στο οικονομικό σύστημα. Άρα λοιπόν είναι η περίοδος αυτή η οποία προετοιμάζει μια νέα κρίσιμη απογείωση που είναι η μετάβαση στον νεότερο κόσμο.

Μία άλλη παράμετρος που έχει σημασία να την συγκρατήσουμε και, αναφερόμαστε σε μία εποχή που αυτός ο ανθρωποκεντρικός κόσμος του Βυζαντίου αντιπαραβάλλεται με την πιο σκοτεινή περίοδο της ανθρώπινης Ιστορίας και όχι μόνο της ευρωπαϊκής, που είναι η «ιδιωτική» φεουδαρχία στον δυτικό κόσμο και η πρωτόγονες κοινωνίες στον ανατολικό κόσμο. Ο 9ος αιώνας είναι ο κομβικός για τη μετακένωση αυτού του βυζαντινού κόσμου και στη Δύση και στην Ανατολή και στους Άραβες. Ξεκινάει η Αναγέννηση με τη μετακένωση στη Δύση, γίνεται ο εκχριστιανισμός και άρα η ενσωμάτωση στον ελληνικό πολιτισμό των Σλάβων και, βεβαίως, μετακενώνεται για πρώτη φορά η ελληνική γραμματεία στους Άραβες.

Η άλλη παράμετρος που πρέπει να τη συγκρατήσουμε διότι δημιουργεί πολλά προβλήματα στην κατανόηση του Βυζαντίου και του σημερινού ελληνικού κόσμου είναι ο χριστιανισμός –η νέα θρησκεία. Η νέα θρησκεία, στην ελληνική της εκδοχή, πρέπει να την θεωρήσουμε ως εξολοκλήρου δημιούργημα των Ελλήνων. Δεν διέρρηξε μόνο με την ολύμπια θρησκεία αλλά και με τον Ιουδαϊσμό. Δογματικά, θεσμικά, θεολογικά και ως προς τον τρόπο του θρησκεύεσθαι αποτελεί εικόνα και ομοίωση του ελληνικού κόσμου. Με άλλα λόγια, η διάρρηξη με την ολύμπια θρησκεία δεν στοιχειοθετεί διάρρηξη με τον ελληνισμό και με αυτό που είναι ο ελληνισμός ως πραγματικότητα. Αντιθέτως! Συνδυαζόμενη και με τη ρήξη της με τον Ιουδαϊσμό, ενσωματώνεται στην πολιτισμική μήτρα, δηλαδή σε αυτό που συγκροτεί το θεμελιώδες στοιχείο της ταυτότητας. Δεν έχουμε δηλαδή δύο ταυτότητες όπως εμφανίζονται σήμερα μεταξύ των χριστιανών και των Ελλήνων. Έχουμε μία ταυτότητα μέσα στην οποία ενσωματώνεται και το θρησκευτικό ιδίωμα. Όπως ήταν η ολύμπια θρησκεία μέρος της ελληνικής ταυτότητας στην προ-χριστιανική εποχή, έτσι είναι τώρα η χριστιανική ταυτότητα μέρος της ελληνικής εθνικής ταυτότητας η οποία συνοδεύει τον Έλληνα και στην περίοδο της τουρκοκρατίας.

Ένα τελευταίο, εξαιρετικά σημαντικό όμως στοιχείο αυτής της πραγματικότητας που φέρνει μαζί του ο ελληνικός κόσμος στην περίοδο της τουρκοκρατίας, είναι και το δημιούργημα της νεοτερικότητας που ανέφερα στην αρχή. Η δημιουργία της νεοτερικότητας, η ανάδυση της νεοτερικότητας, δηλαδή αυτού που είναι το κράτος-έθνος σήμερα, δημιουργήθηκε στο μέσο και άνω Βυζάντιο. Δηλαδή, συγκεκριμένα από τους Ισαύρους, ιδίως από τους Μακεδόνες και, κατά ένα μεγάλο μέρος διακινήθηκε επίσης από τους Κομνηνούς. Έχουμε αυτή την περίοδο, τη δημιουργία όλων εκείνων των προϋποθέσεων για να δημιουργηθεί η εθνική κοσμόπολη. Αυτό κάνει τη διαφορά που μας επιτρέπει να γνωρίζουμε τι συνέβη στη συνέχεια όταν ο ελληνικός κόσμος ηττήθηκε σε αυτά τα τρία στάδια που ανέφερα πριν και ανέλαβε την ηγεσία της μετάβασης στη νεοτερικότητας (στο νεότερο κόσμο) η Δύση, αλλά, έχοντας ήδη μετακενωθεί εκεί οι προϋποθέσεις αυτής της μετάβασης στη νεοτερικότητας. Ποια είναι η διαφορά λοιπόν μεταξύ του ελληνικού και του δυτικού δρόμου ο οποίος ελληνικός δρόμος διακινείται -όπως θα δούμε- εν κατακλείδι και στην περίοδο της τουρκοκρατίας; Ότι, ο ελληνικός δρόμος θέλει να μεταφέρει μαζί με το κεκτημένο του ελληνικού πολιτισμού ως τρόπου του βίου και ως ταυτότητας από το οικουμενικό κοσμοπολιτειακό κράτος το εθνικό κοσμοπολιτειακό κράτος με λειτουργίες μεγάλης κλίμακας, χωρίς να καταργηθούν τα κοινά, αλλά αναλαμβάνοντας έναν μεγάλο και διαφορετικό ρόλο μέσα σε αυτό το νέο κράτος, ενώ στη Δύση από τη στιγμή που ανέλαβε την ηγεσία αυτό που συμβαίνει είναι να οδηγήσει μεν στη νεοτερικότητα αλλά έχοντας απορρίψει όλο αυτό το κεκτημένο του ελληνικού πολιτισμού και της βυζαντινής οικουμένης (δημοκρατία οικουμενική και κοσμοπολιτειακή) και της πόλης-κράτους, μεθαρμόζοντας τις έννοιες και αποδίδοντας την έννοια της δημοκρατίας δηλαδή της κοινωνικο-οικονομικής και πολιτικής αυτοκυβέρνησης από τον δήμο στο κράτος της πολιτικής κυριαρχίας, δηλαδή στον πρωθυπουργό. Αυτό λοιπόν είναι ένα κεφαλαιώδες ζήτημα! Διότι και στην περίοδο της τουρκοκρατίας ο ελληνικός κόσμος ζει το καθεστώς των πόλεων/των κοινών, διατηρεί αυτούσιες τις πόλεις, διατηρεί αυτούσια τη δημοκρατική εφαρμογή στο οικονομικό σύστημα και, επιπλέων, μέσα σε αυτό το πλαίσιο της σχέσης με το οθωμανικό καθεστώς έχει αποκλείσει την άμεση παρέμβαση του οθωμανικού καθεστώτος επάνω στο άτομο -όπως θα ήτανε εάν είχαμε ένα καθεστώς πολιτικής κυριαρχίας σαν το σημερινό -δηλαδή εκλόγιμης μοναρχίας- και, βεβαίως, η έννοια της συλλογικής ευθύνης και της δημοκρατικής υποστασιοποίησης των πόλεων/κοινών της τουρκοκρατίας. Και όταν μιλάμε για πόλεις, να διευκρινίσουμε ότι δεν είναι τα αστικά κέντρα, αλλά είναι από ένα χωριό μέχρι ένα μεγάλο αστικό κέντρο όπως η Κωνσταντινούπολη. Σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν έχουμε το άτομο να είναι υπεύθυνο για τη δημοσιονομική ευθύνη και για όλα, αλλά και η συλλογικότητα, η αρχή της αλληλεγγύης, το αλληλέγγυο των Βυζαντινών, απέναντι στο οθωμανικό καθεστώς. Κρίσιμος θεσμός που αναγκάστηκε βεβαίως ο Οθωμανός κατακτητής να το αποδεχθεί διότι τον συνέφερε. Το δεύτερο είναι το οικουμενικό πατριαρχείο, η εκκλησία η ίδια, που ανέλαβαν ρόλους που ανήκαν προηγουμένως σε μεγάλο βαθμό στο κοσμοπολιτειακό κράτος του Βυζαντίου. Εκλιπόντος του κράτους έχουμε το οικουμενικό πατριαρχείο και τη σύνολη εκκλησία να αναλαμβάνει πολιτικούς ρόλους μέσα στον χριστιανικό πληθυσμό. Η ίδια η θέσμιση της εκκλησίας παραμένει αυτό που ήταν στο Βυζάντιο, δηλαδή πολεοτική και συγχρόνως δημοκρατική, γι’ αυτό και αποκαλείται «εκκλησία του δήμου των πιστών». Όλα αυτά καταργήθηκαν από το νεοελληνικό κράτος, όπως και τα κοινά, όπως επίσης και η δημοκρατία μέσα στα κοινά.

 

Το οθωμανικό καθεστώς έχει τρία χαρακτηριστικά γνωρίσματα τα οποία βαραίνουν επάνω σε αυτόν τον ελληνικό κόσμο της τουρκοκρατίας, χωρίς όμως να ακυρώνουν αυτή τη συνάφειά του με τα βιώματα τους θεσμούς και τις πραγματικότητες του Βυζαντίου, όπως και το να ονειρεύεται την ανασύσταση του Βυζαντίου. Είναι, το ότι είναι εθνικός κατακτητής και, συγχρόνως, θρησκευτικά διαφορετική πραγματικότητα, ότι είναι δεσποτικό καθεστώς και ότι, βεβαίως, μετά από μία στιγμή, όπως και προηγουμένως στις απαρχές του, εκφυλίζεται κατά τρόπο που δημιουργεί μια τρομακτική ανασφάλεια και αυτονομίες στις τοπικές πραγματικότητες. Ωστόσο, ο ίδιος ο νομικός πολιτισμός, που σημαίνει η ανθρωποκεντρική πραγματικότητα του Βυζαντίου, εφαρμόζεται μέσα στα κοινά από την ίδια την εκκλησία και στο επίπεδο των συντεχνιών –δηλαδή της εταιρικής οικονομίας. Δεν ζουν (και το βλέπουμε αυτό στον λαϊκό πολιτισμό και στο δημοτικό τραγούδι) δηλαδή την οθωμανική πολιτισμική ή θεσμική σφαίρα. Την απαξιώνουν, την απεχθάνονται και τη διαχωρίζουν. Το δημοτικό τραγούδι τι δηλώνει ακριβώς; Ομολογεί έναν πολιτισμό ο οποίος είναι εντελώς αυτόνομος, εντελώς συγκροτημένος με όρους αυτονομίας έστω και υπό καθεστώς οθωμανικής κατοχής. Εάν θελήσουμε δηλαδή να συγκρίνουμε τη ρωμαιοκρατία με την Οθωμανοκρατία, θα δούμε πάρα πολλά κοινά στοιχεία αλλά και με πολλές όμως διαφορές βεβαίως, με κυριότερη αυτήν του γεγονότος ότι οι Οθωμανοί δεν ήταν μια πόλη που επικάθησε επάνω στον ελληνικό κόσμο ως ηγεμονεύουσα πόλις αλλά μία κρατική δεσποτεία ασιατικού τύπου. Κι αυτό είναι το βεβαρυμμένο παρελθόν μιας πραγματικότητας που έπρεπε ο ελληνικός κόσμος να αποτινάξει παρ’ όλον ότι, πολλοί ακόμη, επειδή ακριβώς αυτά τα θεμέλια του βυζαντινού κόσμου στην περίοδο της τουρκοκρατίας του επέτρεψαν να αναπτυχθεί, να γίνει μια κυρίαρχη πραγματικότητα που ηγεμόνευε ουσιαστικά σε τρεις αυτοκρατορίες οικονομικά, πολιτισμικά και εκκλησιαστικά και, συγχρόνως, που κατάφερε να ενσωματώσει στον εθνικό κορμό ακόμα και λαούς οι οποίοι αντιστάθηκαν στο Βυζάντιο. Και ξέρουμε ότι υπήρχαν διαρκείς πόλεμοι για την καταστολή τους, όπως ήταν ο βουλγαρικός λαός. Οι πηγές της εποχής των παρυφών του 18ου – 19ου αιώνα μας λένε, όπως ο μεγάλος μητροπολίτης της Αυστρίας ο Νεόφυτος Δούκας, ότι, τελειώσαμε πια, είναι όλοι Έλληνες, μιλάνε την ελληνική. Το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα που είναι το μοναδικό στην εποχή του -στην παγκόσμια δηλαδή εποχή του κοσμικό εκπαιδευτικό σύστημα- ανήκει στα χέρια των ελληνικών δικτύων, των ελληνικών κοινών.

Όλα αυτά, δηλώνουν τελικά ότι, σε μία αποτίμηση του ελληνικού πολιτισμού στο σύνολό του, τα διάφορα στάδια από την απώτατη αρχαιότητα των πόλεων-κρατών, την ελληνιστική, τη ρωμαϊκή, τη βυζαντινή και την οθωμανική εποχή, διατηρούν μία ενότητα που μας βεβαιώνουν ότι ο ελληνικός κόσμος της τουρκοκρατίας δεν ζει απλώς το Βυζάντιο, αλλά ζει σε μία γενικότερη εκδοχή του την αρχαιότητα. Δηλαδή με τους όρους των πόλεων-κρατών, δηλαδή αυτού που έχω αποκαλέσει του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος μικρής κλίμακας που στοιχειοθετεί η έννοια της θεμελιώδους κοινωνίας της πόλης. Αυτή λοιπόν η κατάληξη που στην πραγματικότητα μας επιτρέπει να μπορέσουμε να ερμηνεύσουμε και τι έγινε στην Επανάσταση και στη συνέχεια, μας φέρνει αντιμέτωπους με δύο κρίσιμα ερωτήματα: Πρώτον, πώς συνέβη κι αυτός ο βυζαντινός ελληνισμός, καταπιστευματοδόχος της Ρώμης, ηγεμόνας και γεννήτορας του νεότερου κόσμου, να υποταχθεί το 1204 και το 1453 σε υποδεέστερες και δη δεσποτικές δυνάμεις που δεν μπορούσαν να έχουν τη φιλοδοξία της οικονομικής και πολιτικής ηγεμονίας αλλά μόνο της λεηλασίας; Και δεύτερον, τι συνέβη με την Επανάσταση που, εντέλει, έφερε το ελλαδικό κράτος; Σε τι απέβλεπαν οι Έλληνες τελικά; Απέβλεπαν στη δημιουργία αυτού του κράτους ή μήπως σε κάτι διαφορετικό; Πολύ σύντομα θα πω, ότι, το 1204 το Βυζάντιο δεν ηττήθηκε. Ήταν κραταιό και είχε όλες τις προϋποθέσεις να αντιμετωπίσει ακόμα όλους τους εξωτερικούς βαρβαρικούς λαούς που μοναδικό τους πρόσημο είχαν την πολεμική λεηλασία. Παραδόθηκε. Παραδόθηκε αμαχητί στους Σταυροφόρους από τις δυνάμεις εκείνες οι οποίες μέσα στο Βυζάντιο αντιστάθηκαν σε αυτή τη μετάβαση από τη μικρή στη μεγάλη κλίμακα, δηλαδή στο εθνικό κοσμοπολιτειακό κράτος που θα έφερνε τη νεοτερικότητα. Διότι διακυβεύονταν μεγάλης κλίμακας συμφέροντα. Δεν είναι του παρόντος να σας τα εξηγήσω αυτά με συγκεκριμένες χρονολογίες και συντελεστές, αλλά μπορεί κανείς να τα δει στην εξέλιξή του και πώς οδηγήθηκε σε αυτή την πραγματικότητα. Το 1453, αποτελεί τη συνέχεια αυτής της αντιμαχίας μέσα στο Βυζάντιο μεταξύ εκείνων που ήθελαν να οδηγήσουν στην επόμενη φάση το Βυζάντιο -της εθνικής δηλαδή κοσμόπολης- και εκείνους που ήθελαν να διατηρήσουν το παλαιό καθεστώς. Δυστυχώς, τη δυναμική που ανέπτυξε το κράτος της Νίκαιας με τους Λασκαρίδες και τον Βατάτζη, θα έλεγα ως ένα βαθμό και το κράτος της Ηπείρου ή της Πελοποννήσου, δεν ακολουθήθηκε από τους Παλαιολόγους. Με αποτέλεσμα να παραμείνει κατακερματισμένος ο ελληνικός κόσμος, να κατατρύχεται από εσωτερικές υπονομεύσεις, έριδες και πολέμους που έφερνε μαζί του τους ξένους να διαιτητεύσουν, όπως επίσης και του κρίσιμου γεγονότος ότι μετέβαλαν την βασιλεύουσα πόλη που ήταν εναρμονιστική συνιστώσα του συνόλου της επικράτειας των πόλεων σε πόλη-κράτους που ουσιαστικά χρησιμοποιούσε την επικράτεια ως αποικία της. Δηλαδή ως νεμητική παράμετρο της όλης λειτουργίας. Γι’ αυτό και, ήδη ο Κεκαυμένος μέμφεται τον βασιλέα και τους αξιωματούχους ότι δεν βγαίνουν πέραν της Θράκης που πηγαίνουν για κυνήγι. Ότι δεν γνωρίζουν πια το τι γίνεται στην επικράτεια και ότι το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να εισπράττουν φόρους, να καταπιέζουν τους τοπικούς πληθυσμούς και τις πόλεις για να ζουν καλά στην Κωνσταντινούπολη και να εξαγοράζουν (γνωρίζουμε καλά τις πελατειακές εξαγορές του δήμου της Κωνσταντινούπολης από τους βασιλείς, από τη σεισάχθεια των χρεών τους μέχρι τις άφθονες παροχές), ώστε να εξαγοράζουν την εκλογή τους και ούτω καθεξής. Άλλαξε άρδην δηλαδή η ιδιοσυστασία του κοσμοπολιτειακού κράτους και, βεβαίως, αυτό είναι ένα κεντρικό ζήτημα που έρχεται σε αντίθεση με αυτό που ήταν ο ελληνικός κόσμος στην ύστερη περίοδο του Βυζαντίου, δηλαδή, ένας κόσμος σε τρομακτική απογείωση όχι μόνο την πολιτισμική που ξέρουμε αλλά και αυτογνωσίας και οικονομικο-κοινωνική. Αυτή λοιπόν η πραγματικότητα είναι που οδήγησε στην τουρκοκρατία. Μια εσωτερική ουσιαστικά υπόθεση η οποία γνωρίζουμε καλά ότι όταν αγωνιούσαν οι πόλεις της Βιθυνίας να τους σταλεί μία μικρή βοήθεια για να αποτραπεί το πλιάτσικο των Οθωμανών που δεν ήταν παρά δύο-τρεις χιλιάδες, δεν μπορούσαν οι Βυζαντινοί βασιλείς να στείλουν ούτε πεντακόσιους οπλίτες να υπερασπιστούν και να βοηθήσουν τους πληθυσμούς των πόλεων αυτών. Αυτός ο εκφυλισμός λοιπόν που ουσιαστικά οδηγεί και στους καταστρεπτικούς εμφυλίους που φέρνουν τους Οθωμανούς και τους άλλους ξένους μέσα στην επικράτεια, -και γνωρίζουμε ότι ο Κατακουζηνός επεχείρησε να φέρει τους Τούρκους μέσα στην Κωνσταντινούπολη για να μπορέσει να κατανικήσει  τον δήμο και τον Ιωάννη Παλαιολόγο που τον ήθελε ο δήμος, προκειμένου να μπορέσει να επιβληθεί ο ίδιος. Ευτυχώς δεν τα κατάφερε και γι’ αυτό η άλωση καθυστέρησε για λίγο χρόνο.

Τι προσδοκούσε λοιπόν αυτός ο βυζαντινός κόσμος της περιόδου της τουρκοκρατίας για την απελευθέρωσή του; Προφανώς είχε σε υψηλή εκτίμηση τα κοινά. Με βάση τα κοινά λειτουργεί ακόμα στην Κωνσταντινούπολη και το πατριαρχείο. Εσείς οι Κωνσταντινοπολίτες γνωρίζετε –δεν ξέρω στα τελευταία χρόνια τι συνέβη- αλλά, στην περίοδο της τουρκοκρατίας η σύνοδος των αντιπροσώπων του κοινού της Κωνσταντινούπολης είναι εκείνο που διαμορφώνει τις πολιτικές του πατριαρχείου και όχι ο πατριάρχης ή μόνο ο κλήρος. Άρα, αυτό δηλώνει ότι ακόμα και ως κεντρική πολιτεία υπάρχει το κοινό της Κωνσταντινούπολης, των αντιπροσώπων δηλαδή των διαφόρων κοινωνικών στρωμάτων από τις συντεχνίες μέχρι τους Φαναριώτες, δηλαδή τα αστικά στρώματα κ.λπ. Άρα λοιπόν δεν σκοπεύουν να καταργήσουν.

Για μην μακρηγορήσω θα σας το πω με παραδείγματα. Τα προτάγματα των Ελλήνων για την απελευθέρωση, άρα για την υπέρβαση της οθωμανοκρατίας, την αποτίναξη της οθωμανοκρατίας και της συγκρότησης ενός κράτους εθνικού/ελληνικού, δεν έχουν να κάνουν με αυτό που συμβαίνει στη Δύση. Δηλαδή με την εγκαθίδρυση ενός απολυταρχικού δεσποτικού κράτους, αλλά του κράτους της κοσμόπολης. Δεν έχουμε παρά, να δούμε τι γράφουν οι στοχαστές της εποχής εκείνης και πώς αντιμετωπίζουν το δυτικό φεουδαλικό παράδειγμα. Δεν έχουμε παρά, να δούμε την πιο προχωρημένη εκδοχή του διαλόγου των Ελλήνων της τουρκοκρατίας με τη Γαλλική Επανάσταση και το πρόταγμά της που είναι το πολιτειακό πρόταγμα του Ρήγα, η ελληνική δημοκρατία. Που ενώ παραλαμβάνει τις βασικές αρχές, δεν είχε μία γραμματεία γύρω του να κάνει επεξεργασίες, αυτού του συντάγματος του 1793 και, το μεθαρμόζει σε καθεστώς δημοκρατίας. Εκείνο ήταν απλώς μια εκλόγιμη μοναρχία. Το δηλώνουν οι ίδιοι κι έχουν συνείδηση του γεγονότος αυτού. Άρα λοιπόν θέλουν την αποκατάσταση της βυζαντινής κοσμόπολης με ένα επιπλέον χαρακτηριστικό γνώρισμα, ότι, η δημοκρατία εφαρμόζεται στο σύνολο των κοινών, δεν εξαρτάται δηλαδή από τους εσωτερικούς συσχετισμούς και συγχρόνως η κοινωνία του κεντρικού πολιτειακού συστήματος που εκλέγει και που διαλέγεται με την κεντρική κυβέρνηση και βουλή, είναι το σύνολο της κοινωνίας της επικράτειας και όχι της πρωτεύουσας της μητρόπολης. Αλλά η βουλή παραδείγματος χάρη είναι νομοπαρασκευαστική. Η κυβέρνηση δεν διαθέτει πολιτική κυριαρχία και έχει όλα τα γνωρίσματα της οικουμενικής κοσμόπολης. Που η κεντρική κυβέρνηση ασκεί μία έννομη επιστασία. Άρα η απόσταση μεταξύ αυτού που ονειρεύεται και βάζει μπροστά ως πρόταγμα για την απελευθέρωσή του ο ελληνικός κόσμος, έχει απόσταση ετών φωτός από αυτό το οποίο διακινείται αυτήν την εποχή. Ακούμε σήμερα ότι η Ελληνική Επανάσταση εμπνεύστηκε από τον διαφωτισμό. Από πού κι ως πού εμπνεύστηκε από τον διαφωτισμό; Ακόμα και το κράτος το οποίο εμφυτεύθηκε όταν ηττήθηκε ο ελληνικός κόσμος στην Πελοπόννησο, στη μήτρα δηλαδή του ελληνικού κόσμου, δεν εμπνέεται από τον διαφωτισμό αλλά από την απολυταρχία της εποχής. Κι αυτό συμβαίνει διότι πρέπει αφενός να ελεγχθεί ο ελληνικός κόσμος -γι’ αυτό και είναι ένα προτεκτοράτο- αφετέρου να κατασταλεί η δυναμική που δημιουργούσε και κινδύνους με τον φιλελληνισμό στην Ευρώπη διότι ενίσχυε τα φιλελεύθερα κινήματα της εποχής και άρα την αμφισβήτηση της απολυταρχίας και, βεβαίως, για να αποτελέσει ένα καρφί στο σώμα της οθωμανικής αυτοκρατορίας για να ελέγχεται η ίδια στην πορεία της ιστορίας της στη συνέχεια.

Συγκρατούμε λοιπόν ότι, η ήττα της Επανάστασης του 1821 έχει δύο σκέλη: Ήττα στη Μολδοβλαχία που οφείλεται στην κακή οργάνωση και όχι στην φιλοδοξία που είχε και, ήττα στην Πελοπόννησο λόγω των εμφυλίων που δεν επέτρεψε στις δυνάμεις της επανάστασης να κατακτήσουν μία ευρύτερη ζωτική περιοχή και να διεισδύσουν όπως φιλοδοξούσαν στην Ήπειρο και στη Μακεδονία κι αυτό διότι ακριβώς επικράτησε ο πολεοκεντρισμός. Με άλλα λόγια, το γεγονός ότι η Ελληνική Επανάσταση δεν είχε ηγεσία και δεν οργανώθηκε με συντεταγμένο τρόπο ώστε να μπορέσει να διαχειριστεί το πρόταγμά της και να οργανώσει την περαιτέρω εξέλιξή της, δείχνει ακριβώς ότι η επανάσταση αυτή ήταν καταδικασμένη να αποτύχει. Έχει σημασία όμως να συγκρατήσουμε ότι, μέχρι την τελευταία στιγμή οι Έλληνες όπως ξέρετε οργάνωσαν συντάγματα χωρίς να έχουν κράτος –διότι, συντάγματα είχαν και τα κοινά/πόλεις της τουρκοκρατίας. Οργάνωσαν λοιπόν συντάγματα και μάλιστα δημοκρατικά, σε μία εποχή που στην Ευρώπη δεν υπήρχε ούτε ένα σύνταγμα. Προέβαλαν οι Γάλλοι επαναστάτες συντάγματα που δεν εφαρμόστηκαν ποτέ. Και, βεβαίως, η περίπτωση του Καποδίστρια. Ο οποίος Καποδίστριας κατηγορήθηκε ως αυταρχικός διότι ήταν αντιβασιλικός, ήταν βαθιά δημοκρατικός και ήθελε να συγκεράσει αυτό που γνώριζε ότι έθεταν ως προϋπόθεση οι Δυνάμεις, δηλαδή την επιβολή της απολυταρχίας, με το ελληνικό κοσμοπολιτειακό παράδειγμα. Γι’ αυτό και εισάγει (κι αυτό ήταν η αιτία της πολεμικής των Κοτζαμπάσηδων εναντίο του) τη δημοκρατία ξανά στα κοινά στην περιοχή της Πελοποννήσου και της Στερεάς που έλεγχε η τότε κυβέρνηση. Συγκροτούσε δηλαδή ένα κράτος συμβιβασμού διότι δεν είχε άλλα δυνατότητα αυτή την εποχή, αλλά ήταν το τελευταίο εγχείρημα. Διότι στο τέλος επεβλήθη αυτό το οποίο έκανε το κράτος της απολυταρχίας –όπως είπα- δηλαδή, στο όνομα του εξευρωπαϊσμού μας οδήγησαν σε μία ολοκληρωτική επιστροφή/οπισθοδρόμηση στην προ-σολώνεια εποχή που είχαμε γνωρίσει αυτό το καθεστώς.

Τι όμως συνέβη στη συνέχεια; Γιατί πολλοί λένε σήμερα ότι, «…τι να κάνουμε; αυτό το κράτος έχουμε…». Κανείς δεν αντιλέγει ότι εκεί που καταλήξαμε, αυτό το κράτος έχουμε. Αλλά πρέπει να έχουμε και επίγνωση όμως του «γιατί» αυτό το κράτος αποδόμησε όλο το συστατικό μέρος του ιστορικού αυτού βυζαντινού οικουμενικού ελληνισμού από τα κοινά και τη δημοκρατία τους μέχρι την εταιρική οικονομία, το «γιατί» αποδόμησε και δεν αποδέχθηκε την ενσωμάτωση του μείζονος ελληνισμού (όλες οι καταστροφές του μείζονος ελληνισμού διαπράχθηκαν στην Αθήνα συμπεριλαμβανομένης και της τελευταίας δηλαδή της Μικρασιατικής Καταστροφής) και, το «γιατί» εντέλει σήμερα βρίσκεται σε μία αντιμαχία και με τον εσωτερικό ελληνικό κόσμο. Υπάρχει λοιπόν μόνο μία εξήγηση. Ότι για να νομιμοποιηθεί αυτό το κράτος, πρέπει να ιστορηθεί με βάση την δυτική του προέλευση και την αναγωγή του στην αρχαιότητα χωρίς να παρεμβληθεί το Βυζάντιο και η τουρκοκρατία. Άρα, να δηλωθεί ότι του είμαστε ευγνώμονες που συγκροτούμε Έθνος, γιατί αυτό μας συγκρότησε σε Έθνος, ότι δεν επαναστατήσαμε ως Έθνος για να συγκροτήσουμε κράτος (ό,τι έγινε δηλαδή και στη Δύση) και ότι αυτό το κράτος μας δίδαξε τη δημοκρατία που απλώς ορίζει την εκλόγιμη μοναρχία και όχι τη δημοκρατία που βίωνε ο κόσμος της τουρκοκρατίας και του Βυζαντίου, για να μας διδάξει επίσης ότι από αυτό το κράτος και από τη Δύση διδαχθήκαμε τους αρχαίους, ο Κορυδαλλέας που βρίσκεται κάποιους αιώνες πριν από τους Δυτικούς στην επικοινωνία τους (και όχι μόνο, απλώς αναφέρω ένα παράδειγμα) με την ελληνική αρχαιότητα και το Βυζάντιο, η ίδια η χριστιανική θεολογία και όλα αυτά, ότι τα παραλάβαμε από τη Δύση, όπως μας λένε. Και ό,τι δεν μπορεί να δικαιολογηθεί έτσι, βεβαίως απαξιώνεται. Όπως είναι οι πόλεις/τα κοινά. Αλλά όταν απαξιώνεις την πόλη και τη δημοκρατία στα κοινά της τουρκοκρατίας, με τη δήλωση μάλιστα των Βαυαρών ότι τα καταργούν επειδή είναι δημοκρατικά υποστασιοποιημένα, σημαίνει ότι απαξιώνεις τη δημοκρατία στην πόλη-κράτος στην εποχή του Περικλή. Αλλά αυτό ήδη το έχουν διαπράξει εγκαλώντας τη δημοκρατία της πόλης ως προνεοτερική και άρα την εκλόγιμη μοναρχία  που ζούμε σήμερα ως ανώτερη της δημοκρατίας.

Αυτά λοιπόν είναι τα φαινόμενα τα οποία δεν φέρει μαζί του ως ξένο σώμα προς τον ελληνισμό αυτό το κράτος, αλλά, και ως ιδεολογία που κατατείνει στο να απαξιώσει αυτή την ιστορική συνέχεια με όρους προόδου και δημοκρατίας για να μας διδάξει ότι ερχόμαστε από έναν άλλον κόσμο που προήλθε από τη φεουδαρχία και έφερε το καινούργιο. Και γι’ αυτό μας εγκαλεί επίσης ως ιστορική πραγματικότητα ότι δεν περάσαμε από τον διαφωτισμό και από την Αναγέννηση. Μα, για να περάσει κανείς από τον διαφωτισμό και ή από την Αναγέννηση, προηγουμένως πρέπει να είναι φεουδαλικός ο κόσμος τους. Δηλαδή δουλοπάροικοι που να θέλουν να ελευθερωθούν και να συγκροτήσουν έννοιες και εικόνες μιας κοινωνίας εν ελευθερία. Αυτό δεν το χρειαζόταν ο ελληνικός κόσμος διότι ζούσε και μάλιστα την οικουμενική διάσταση του ανθρωποκεντρικού γίγνεσθαι. Άρα λοιπόν, αντιλαμβανόμαστε ότι και αυτή τη στιγμή που ζούμε το δράμα της τουρκοκρατίας στη χειρότερη εκδοχή της, δηλαδή της αποδόμησης και των τελευταίων στοιχείων του ελληνικού ταυτοτικού κεκτημένου, είναι παρόν.

Θα σας καλέσω να παρακολουθήσετε δύο σειρές εκπομπών, επειδή η μία εκφράζει την κρατική τηλεόραση και η άλλη το ιδιωτικό ραδιόφωνο. Η μία είναι μια σειρά εκπομπών που έχει οργανωθεί και έχουν κληθεί ακριβώς οι παράκλητοι της απολογίας του κράτους και της οπισθοδρόμησης, στην ΕΡΤ, που νομίζω προβάλλεται ακόμη. Είναι τραγικό αυτό που ακούει κανείς εκεί μέσα, ως δοξαστικό ενός κράτους και ως απαξίωση του ελληνικού κόσμου. Που, για να μπορέσει να νομιμοποιηθεί σε αυτό που θέλει να δείξει τι κάνει; Αγνοεί τον μείζονα ελληνισμό για να περιγράψει τον ελληνικό κόσμο ως τον κόσμο της Πελοποννήσου. Έναν δηλαδή περιδεή αγροτικό και κατεστραμμένο κόσμο και όχι αυτόν που είναι ο ηγήτορας του ελληνικού κόσμου που είναι των μεγάλων αστικών κέντρων –που δεν είναι λίγα- και με κορυφαία την Κωνσταντινούπολη. Με άλλα λόγια, αφαιρεί και αποεθνοποιεί τον ελληνικό κόσμο της τουρκοκρατίας για να μπορέσει να δείξει ότι ήρθε αυτό το κράτος της Πελοποννήσου για να συγκροτήσει το έθνος των Ελλήνων που δεν υπήρχε προηγουμένως. Η δεύτερη σειρά, λυπάμαι που θα το πω, είναι η σειρά στο ΣΚΑΪ που οργανώνει ο συμπολίτης σας ο κύριος Άρης Πορτοσάλτε.  Δεν έχω ξανακούσει -και, βεβαίως, δεν τα λέει ο ίδιος, αν και βοηθάει- αλλά δεν έχω ακούσει ξανά τέτοια αποδόμηση του μείζονος ελληνισμού και του ιστορικού του κεκτημένου από αυτές τις δύο σειρές εκπομπών. Και διερωτώμαι, τι είναι αυτό που κινεί τα νήματα της σκέψης όχι μόνο αυτών; Αυτά τα αναφέρω ως παραδείγματα γιατί με λυπεί, πρέπει να σας πω, το γεγονός ότι ένας Κωνσταντινοπολίτης είναι ενορχηστρωτής μιας τέτοιας πραγματικότητας. Ειδάλλως εγώ δεν συνηθίζω να αναφέρω ονόματα. Και δεν είναι το όνομα που κάνει το γεγονός αλλά είναι η σειρά μιας ιδεολογίας και μιας πραγματικότητας που οδηγούν τα ονόματα. Άρα, που αποδέχονται αυτή την πραγματικότητα. Τι είναι αυτό λοιπόν που τους δίνει τέτοια ένταση στο μυαλό ώστε να αισθάνονται την ανάγκη να νομιμοποιήσουν ένα κράτος το οποίο βεβαίως οφείλει να υπάρχει, αλλά δεν πρέπει επ ουδενί να μεταβληθεί από χώρα σε χώρο. Πράγμα στο οποίο οδηγούμαστε σήμερα. Διότι σε τελική ανάλυση το πρόβλημα δεν είναι το κράτος ως επικράτεια, αλλά το γεγονός ότι δεν μπορούν να αντιληφθούν ότι είναι άλλο πράγμα το κράτος ως επικράτεια και άλλο πράγμα το κράτος ως πολιτική συγκρότηση. Το ερώτημα είναι λοιπόν: θα συνεχίσουμε να ταυτίζουμε το πολιτικό σύστημα/την πολιτεία με το κράτος κρατώντας την κοινωνία μακριά από τα δρώμενα; Ή, να ανακτήσουμε το ιστορικό παρελθόν συμπεριλαμβανομένης και της τουρκοκρατίας όπου αυτός ο πολιτισμός είχε αυτή την εδραία βάση της συνάντησης εντός της πολιτείας του πολιτικού προσωπικού με την ίδια την κοινωνία; Άρα να γίνει η κοινωνία εταίρος της πολιτείας ώστε η πολιτεία να παράγει εθνικές πολιτικές, πολιτικές κοινωνικού εθνικού συμφέροντος άρα πολιτικές πολιτισμού που θα είναι συμφυείς με τις αναφορές και τη βούληση του ελληνικού κόσμου. Διότι εάν υπάρχει ελληνικό κράτος, αν υπάρχει ελληνική οικονομία, υπάρχουν όλα αυτά μόνο για έναν λόγο: ότι υπάρχει η ελληνική κοινωνία. Εάν πάψει να υπάρχει ελληνική κοινωνία δεν θα υπάρχει ελληνικό κράτος ούτε ελληνικό πολιτικό προσωπικό. Κατά τι λοιπόν η πολιτική τάξη κρατάει μακριά κι ακολουθώντας τα βήματα της δυτικής ομοφροσύνης την κοινωνία από την πολιτεία, τη στιγμή που δεν είναι εφικτή η εξωθεσμική, ιδεολογική ή άλλη συνάντηση της κοινωνίας με το πολιτικό προσωπικό παρά μόνον μέσα στην πολιτεία; Γιατί αυτό διδάσκει ο ελληνικός κόσμος με όρους προόδου. Ότι, η πολιτική ελευθερία οφείλει να είναι παρούσα και βιούμενη από την ίδια την κοινωνία και όχι να αποτελεί μομφή για την κοινωνία όπως και η εθνική αναφορά.

Σας ευχαριστώ πολύ.


Γ. Κοντογιώργης, Το Βυζάντιο των Ελλήνων κατά την Οθωμανοκρατία




Κυριακή 13 Μαρτίου 2022

 

Γιώργος Κοντογιώργης: Τι διακυβεύεται στην Ουκρανία


Ο Ομότιμος Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και πρώην Πρύτανης του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργος Κοντογιώργης στις 12.03.2022 στην Δημοτική Τηλεόραση Θεσσαλονίκης TV100 και στην δημοσιογράφο Μαρία Αναγνωστίδου.
Cosmosystème -Cosmosystem- Κοσμοσύστημα: Γ. Κοντογιώργης, Τι διακυβεύεται στην Ουκρανία (contogeorgis.blogspot.com)

Απομαγνητοφώνηση, Ελένη Ξένου.

 

Δημοσιογράφος Μαρία Αναγνωστίδου: Φτάσαμε κυρίες και κύριοι στο σημείο μηδέν με την ανθρωπότητα να είναι ξανά αντιμέτωπη με έναν πόλεμο στην Ευρώπη, με την απειλή χρήσης πυρηνικών όπλων ως μέσον πίεσης να πλανάται επάνω από τα κεφάλια μας και μία τεράστια ανθρωπιστική και οικονομική καταστροφή να είναι σε εξέλιξη. Θα μιλήσουμε με τον τέως Πρύτανη Παντείου Πανεπιστημίου και ομότιμο Καθηγητή Πολιτικών Επιστημών τον κύριο Γιώργο Κοντογιώργη.

Κύριε Καθηγητά, καλησπέρα σας. Μετά την οικονομική κρίση που ταρακούνησε τη Δύση, σειρά έχει η κρίση της ειρήνης σε Δύση και Ανατολή.

Καθηγητής Γιώργος Κοντογιώργης: Καλησπέρα και σε εσάς. Είναι γεγονός. Βέβαια, το μόνο που έχουμε ως πρωτότυπο γεγονός αυτή τη στιγμή, είναι ότι αυτός ο πόλεμος διεξάγεται στην Ευρώπη. Ειδάλλως, καθημερινά και χωρίς διακοπή, δεκάδες πόλεμοι διεξάγονται στον πλανήτη Γη. Και, βέβαια, αν θέλουμε να μιλήσουμε με ανθρωπιστικούς και ηθικούς όρους, θα πρέπει να σταθούμε σε αυτή την καταστροφική ανθρωπιστική πλευρά του ζητήματος η οποία όντως έρχεται να επιβαρύνει όχι μόνο τους ανθρώπους που υποφέρουν αλλά και εκείνους που ζουν μέσα από το παγκόσμιο ιντερνετικό σύστημα αυτήν την πραγματικότητα κι ας είναι μακριά.

Δημοσιογράφος: Κύριε Κοντογιώργη, είναι γεωπολιτικό το θέμα ή πολιτικό;

Γ.Κ.: Να σας πω πρώτα-πρώτα γιατί υπάρχουν οι πόλεμοι, διότι, αυτό απαντά και στην ερώτησή σας. Σήμερα μας λένε ότι ο Πούτιν είναι αυταρχικός ηγέτης και γι’ αυτό κάνει πόλεμο. Ενώ η Δύση (ή κάποιοι άλλοι, Κινέζοι κ.λπ.) δεν είναι ίσως αυταρχικοί και γι’ αυτό και δεν κάνουν και πόλεμο. Δεν είναι αλήθεια αυτό. Όλοι πολεμούν όταν χρειάζεται. Είτε είναι υπερδυνάμεις που θέλουν να ηγεμονεύσουν, είτε είναι μικρές δυνάμεις που αισθάνονται ότι απειλούνται ή θέλουν να απειλήσουν κάποιους άλλους. Εμείς εδώ ζούμε το γεγονός της απειλής πολέμου, όπως ξέρετε, δεκαετίες τώρα. Δεν είναι κάτι ξένο δηλαδή προς την πραγματικότητα. Συνεπώς, η γεωπολιτική είναι αποτέλεσμα πολιτικών οι οποίες πολιτικές έχουν να κάνουν με συμφέροντα. Εκεί που υπάρχουν σύνορα υπάρχουν και συμφέροντα και, ο ένας θέλει να κερδίσει από τον άλλον.

Κι εδώ ακριβώς να σημειώσω κάτι: Ότι, όσο αυξάνει η ευημερία και η ανάγκη της ελευθερίας στους ανθρώπους, τόσο οι πόλεμοι θα γίνονται στο μέλλον πιο συχνοί και πιο αιματηροί. Γιατί, ακριβώς το ζήτημα του κρατοκεντρισμού, της συγκρότησης δηλαδή των κοινωνιών σε  κράτη το ένα δίπλα από το άλλο, δημιουργεί αυτές τις προϋποθέσεις. Η πολιτική στο εσωτερικό δεν γίνεται με όρους πολέμου αλλά γίνεται με όρους επιρροής και ελευθερίας. Οι διακρατικές όμως σχέσεις, είναι σχέσεις δύναμης.

Αυτή τη στιγμή λοιπόν, έχουμε μια απάντηση στο μεγάλο ερώτημα που τέθηκε τα τελευταία χρόνια, δηλαδή, για το εάν μας χρειάζονται σύνορα ή όχι. Με άλλα λόγια, εάν πρέπει να τελειώσουν τα σύνορα ώστε να τελειώσει ο πόλεμος ή όχι. Αυτό είναι ένα ψευδές ερώτημα που έχει όμως μια ουσία γεωπολιτική, στρατηγικής σημασίας. Η Διεθνής των Αγορών δεν θέλει σύνορα. Οι άνθρωποι όμως (δηλαδή οι πατρίδες) θέλουν σύνορα. Και η περίπτωση της Ουκρανίας ομολογεί ακριβώς αυτό. Ότι, ενώ υποστηρίζεται από τη Δύση που ουσιαστικά κατέχει τη Διεθνή των Αγορών, επικαλείται εκεί τα σύνορα -για να μπορέσει να κάνει αυτό που γίνεται και να το υποστηρίξει. Δηλαδή την πατρίδα. Καταλαβαίνετε ότι τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα από όσο προσπαθούν να μας τα παρουσιάσουν. Από τη μία μεριά, ξέρουμε πάρα πολύ καλά, ότι στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου (δηλαδή του διπολισμού) δεν είχαμε πολέμους στην Ευρώπη και γενικότερα. Και δεν είχαμε διότι υπήρχε η ισορροπία του “τρόμου” (άρα η ισορροπία δυνάμεων, οι σφαίρες επιρροής) ενώ σήμερα, που από το  1990 και μετά, οι σφαίρες επιρροής καταργήθηκαν διότι εξέπεσε η Σοβιετική Ένωση και ο ζωτικός χώρος της Ρωσίας περιήλθε ουσιαστικά στη Δύση, βλέπουμε ότι η Ρωσία προσπαθεί να ανακτήσει ένα κομμάτι αυτού του ζωτικού της χώρου για να μπορέσει να είναι υπερδύναμη. Διότι δεν μπορεί να υπάρξει υπερδύναμη χωρίς πρόσβαση στις θάλασσες. Και η Ρωσία αυτή τη στιγμή δεν μπορεί να έχει τον Βόρειο Πόλο ως ζωτική περιοχή πρόσβασης στις θάλασσες. Της χρειάζεται ο Εύξεινος Πόντος. Αυτή είναι η εξήγηση, αν θέλετε, του πολέμου στην Ουκρανία. Όχι όμως και η δικαιολογία. Διότι ακριβώς η έννοια της πατρίδας και η έννοια της ελευθερίας δεν έχει να κάνει με ζώνες επιρροής. Δεν σημαίνει ότι όποιος είναι αντικείμενο επιθυμίας για να υποτάξει κάποιον πρέπει να παραιτηθεί ώστε να οδηγηθεί στο κρεματόριο.

Ωστόσο, οι δεκάδες πόλεμοι που γίνονται στον κόσμο εάν μας απασχολήσουν θα διαπιστώσουμε ότι, τελικά υπάρχει κάτι το οποίο δεν έχουμε συλλάβει. Και είναι ακριβώς η φύση του ανθρώπου ότι είναι -όπως θα μας πει ο Αριστοτέλης- θηρίο. Δηλαδή είναι ο μόνος στον πλανήτη Γη που σκοτώνει τον συνάνθρωπό του μέσα στην κοινωνία του και είναι ο μόνος που τρώει τον ίδιο τον άνθρωπο. Αυτό όμως, στο μέτρο που υπάρχουν τα σύνορα, άρα οι πατρίδες, έρχεται να αντισταθμιστεί με τους συσχετισμούς δύναμης. Ο αδύναμος -θα μας πει ο Θουκυδίδης- θα υποκύψει διότι θα του επιβληθεί ο δυνατός με τη δύναμη των όπλων. Και, θα με ρωτήσετε εάν υπάρχει λύση σε αυτό. Βεβαίως και υπάρχει. Πρώτα-πρώτα η λύση της υπεράσπισης αυτού που θεωρεί κανείς «πολύτιμο» στον παρόντα χρόνο. Με άλλα λόγια η ισορροπία δυνάμεων, η θέληση δηλαδή να υπερασπιστεί κάποιος αυτό που έχει. Αυτό δεν το είδαμε στην περίπτωση της Ουκρανίας –πρέπει να πω- από τους ηγέτες της από την εποχή που έγινε ανεξάρτητη και που κατέρρευσε ο υπαρκτός σοσιαλισμός. Εάν αποτιμήσετε τις αποφάσεις που πήραν οι ηγέτες, θα δείτε ότι αυτή η χώρα παρέμεινε πολύ διεφθαρμένη και πολύ καθυστερημένη (την έχω επισκεφθεί και ήταν τρομακτική η στέρηση και η καθήλωσή της). Και άλλες χώρες ανήκαν στη σφαίρα επιρροής της Ρωσίας αλλά βλέπουμε ότι εξελίχθηκαν. Και διαπιστώνουμε ακριβώς εδώ, ότι είχε τις προϋποθέσεις να έχει ειρήνη αυτή τη στιγμή (όχι μόνο με καθεστώς ουδετερότητας και με οποιοδήποτε άλλο καθεστώς) αλλά παραιτήθηκε από αυτό. Γνωρίζουμε πάρα πολύ καλά ότι ήταν μια πυρηνική υπερδύναμη. Θα τολμούσε ποτέ η Ρωσία να διαπράξει αυτό το οποίο διαπράττει σήμερα εάν είχε απέναντί της μία πυρηνική δύναμη; Αυτό είναι ένα ερώτημα.

Αλλά, το ζήτημα του πολέμου, όπως πολύ σωστά είπατε, είναι γεωπολιτικών σφαιρών επιρροής, αλλά είναι επίσης και ένα ζήτημα που έχει να κάνει με το γεγονός ότι κάθε χώρα εξουσιοδοτείται να κάνει χρήση των όπλων της. Επομένως τα όρια αυτής της χρήσεως των όπλων δεν ήρθε καμία δύναμη (εννοώντας κανένα κοσμοκράτος) για να τα βάλει και να ασκήσει και την ανάλογη πίεση ως προς αυτό. Ο ΟΗΕ δεν παίζει κανέναν ρόλο ό,τι και να λέει. Και, βεβαίως, μην ξεχνάμε ότι είναι ο οργανισμός των νικητών του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Αλλά όμως και εκείνοι οι οποίοι διακινούν την ιδέα ότι με τη Διεθνή των Αγορών και την κατάργηση των συνόρων θα καταλύσουμε αυτό που είναι η αιτία του πολέμου, λένε ψέματα. Δεν είναι τα έθνη (οι πατρίδες) που δημιουργούν τον πόλεμο. Είναι οι ηγεμονικές βλέψεις κάποιων χωρών από τη μια μεριά και, επίσης, οι διαφορές που υπάρχουν στο πεδίο των συνόρων. Επομένως, η Διεθνής των Αγορών δεν θέλει αυτή τη στιγμή να δει τη Ρωσία μία υπερδύναμη, αλλά, θέλει να δει τη Ρωσία να είναι ενταγμένη αλλά με όρους –αν θέλετε- μειονεκτικούς και όχι υπερδύναμης σε αυτό το πλέγμα που θα έχει απέναντί της, την Κίνα, σε λίγο.

Δημοσιογράφος: Κύριε Κοντογιώργη θέλω να σας ρωτήσω το εξής. Ο Χένρυ Κίσινγκερ, ο για πολλούς κορυφαίος Αμερικανός διπλωμάτης, με ένα άρθρο του στην «Washington Post» τον Μάρτιο του 2014, διατύπωνε την άποψη ότι η Ρωσία δεν θα πρέπει να εξαναγκάσει τη Ουκρανία σε καθεστώς “δορυφόρου”, ενώ η Ουκρανία δεν θα πρέπει να ενταχθεί σε καμία από τις δύο πλευρές εφόσον θέλει να επιβιώσει. Αντίθετα, θα πρέπει να λειτουργήσει ως γέφυρα μεταξύ Δύσης και Ανατολής. Μάλιστα είχε επισημάνει ότι η Ρωσία δεν θα ήταν σε θέση να επιβάλλει μία στρατιωτική κυριαρχία χωρίς να απομονωθεί σε μία εποχή που πολλά από τα σύνορά της είναι ούτως ή άλλως ήδη επισφαλή. Όσο για τη Δύση, είπε ότι η “δαιμονοποίηση” του Πούτιν δεν είναι πολιτική αλλά είναι άλλοθι για την απουσία της.

Εσείς συμφωνείται με αυτήν την προσέγγιση; Και, ποια χώρα σε αυτόν το πλανήτη με τα τωρινά δεδομένα νομίζετε ότι θα μπορούσε να διατηρήσει την ουδετερότητά της και να λειτουργήσει ως γέφυρα; Επί της ουσίας δηλαδή ελεύθερη και ανεξάρτητη. Υπάρχει η δυνατότητα για μία οποιαδήποτε (όχι μόνο για την Ουκρανία) άλλη χώρα; Και πόσο θα μπορούσε να κρατήσει αυτό;

Γ.Κ.: Θα μου επιτρέψετε εδώ, να σας πω με αφορμή την κυκλοφορία του νέου μου βιβλίου σε λίγο καιρό για τον Θουκυδίδη με τίτλο «Δημοκρατία και Πόλεμος στον Θουκυδίδη», μιλώντας κατεξοχήν για τον πόλεμο, ο Θουκυδίδης, μπορώ να πω ότι δεν υπάρχει δεύτερος, διότι ζούσε τα γεγονότα της εποχής.

Να πω λοιπόν για τον Κίσινγκερ. Υπάρχουν δύο σχολές στη Δύση για την αντιμετώπιση της Ρωσίας και οι οποίες ξεκινούν από κοινή αφετηρία ότι, ο μελλοντικός κίνδυνος για τη Δύση δεν είναι η Ρωσία αλλά η Κίνα, την οποία μάλιστα, εμείς οι Δυτικοί δημιουργήσαμε μεταφέροντας εκεί όλη τη βιομηχανική και τεχνολογική μας υποδομή. Γιατί αυτό; Διότι, μέσω αυτής της μεταφοράς κερδοσκοπούσαν οι Αγορές, στο επίπεδο βεβαίως του δανεισμού, αλλά κυρίως, της άντλησης υπεραξίας. Δηλαδή, ένα ζευγάρι παπούτσια που στην Κίνα όταν οι Δυτικοί τα έφτιαχναν με 5 ευρώ, στη Δύση (επειδή ήταν πολυτελείας αυτό το κόστος) τα πωλούσαν 200 και 300 ευρώ. Αντιλαμβάνεσθε επομένως ότι αυτό έχει τα όριά του. Διότι αυτή τη στιγμή η Κίνα αυτονομήθηκε. Το ερώτημα είναι λοιπόν, πού θα εντάξουμε –όπως λένε οι δύο αυτές σχολές σκέψεις- τη Ρωσία σε αυτόν τον ανταγωνισμό Δύσεως και Κίνας; Οι μεν λένε λοιπόν ότι πρέπει να μεταβάλουμε τη Ρωσία σε παρία, ουσιαστικά σε “βενζινάδικο” -όπως προσφυώς είπε κάποια κυρία της Δύσεως- δηλαδή, να αντλούμε από εκεί πρώτες ύλες αλλά να μην έχει την ισχύ της υπερδύναμης. Και οι άλλοι, λένε να την ενσωματώσουμε ως, υποδεέστερο  μεν, αλλά ως συνεταίρο, ως υπερδύναμη. Ο Κίσινγκερ λοιπόν βρίσκεται σε αυτήν την πλευρά -και όχι μόνο αυτός. Λένε δηλαδή ότι, δεν είναι το διακύβευμα η Ουκρανία. Διότι εάν αφαιρέσουμε την Ουκρανία από τη ζώνη επιρροής της Ρωσίας, η Ρωσία –όπως είπα- δεν έχει πρόσβαση στη θάλασσα και άρα δεν μπορεί να είναι μεγάλη δύναμη. Γίνεται μια περιθωριακή ασιατική χώρα η οποία θα πέσει στις αγκαλιές της Κίνας διότι έχει τεράστιο πρόβλημα στη Σιβηρία έναντι της Κίνας. Άρα λοιπόν, στο δίλλημα εάν θα την πάρουμε ως συνεταίρο σε αυτό που θα γίνει στο μέλλον με την Κίνα ή θα την έχουμε μία παρία πάλι στον ίδιον ανταγωνισμό, φαίνεται ότι στο δίλλημα αυτό ακριβώς απάντησε η ακραία εκδοχή ότι πρέπει τη Ρωσία να την καθυποτάξουμε. Και αυτό δημιουργεί, αν θέλετε, κινδύνους και για την Ευρώπη. Διότι με αφετηρία την Ουκρανία θα ανασυγκροτηθούν οι εσωτερικοί συσχετισμοί της Ευρώπης, όχι μόνο μεταξύ Ρωσίας και Ευρώπης αλλά και μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών. Άρα, οδεύουμε προς καταστάσεις που δεν υπήρχε λόγος να φθάσουμε. Διότι η Ρωσία είναι μια αχανής χώρα που δεν αποτέλεσε ποτέ αντικείμενο εκμετάλλευσης εξ επόψεως πρώτων υλών και πολλών άλλων, που, θα προσφερόταν για τη Δύση με πάρα πολύ θετικούς επωφελείς όρους για αυτήν. Άρα λοιπόν δεν βλέπω τον λόγο αυτής της κατάστασης. Είναι η λάθος επιλογή.

Δημοσιογράφος: Είναι η λάθος επιλογή. Φυσικά. Άνθρωποι παίρνουν τις αποφάσεις και γι’ αυτούς θα μιλήσουμε. Και ειδικά για τους ηγέτες. Θεωρείται ότι αυτή τη στιγμή υπάρχει ισχυρή πολιτική ηγεσία στην Ευρώπη ή… “ζητείται” ο Τσόρτσιλ του 21ου αιώνα;

Γ.Κ.: Οι μεγάλοι ηγέτες δημιουργούνται σε στιγμές μετάβασης. Σήμερα δεν ζούμε αυτές τις στιγμές με την έννοια της τελικής φάσης που θα πρέπει να την αντιμετωπίσουμε. Η περίοδος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου που γέννησε τον Τσόρτσιλ, ήταν η περίοδος που έπρεπε να μπει τέλος στους ολοκληρωτισμούς. Η περίοδος που βρισκόμαστε σήμερα δεν μπορεί να βγάλει ηγέτες. Θα βγάλει παράκλητους μικρομεσαίους, θα το έλεγα και “κακομοίρηδες”, δηλαδή ανθρώπους που είναι έτοιμοι να υπηρετήσουν ιδεολογίες που δεν έχουν να κάνουν με την χώρα τους, με την πατρίδα τους.

Δημοσιογράφος: Θα εντάσσατε τον κύριο Μακρόν και τον κύριο Μητσοτάκη σε αυτό;

Γ.Κ.: Δεν είναι θέμα ονομάτων. Είναι θέμα χωρών και πολιτικών. Τα πολιτικά συστήματα της εποχής μας δεν έχουν αντιστοίχηση με τις κοινωνίες. Δεν παράγουν μεγάλους ηγέτες. Μεγάλος ηγέτης είναι αυτός που μεγαλώνει τη χώρα του –και δεν εννοώ γεωγραφικά εξ επόψεως συνόρων. Εννοώ ότι μεγαλώνει την χώρα του στο πεδίο του πολιτισμού, της οικονομίας, της ευημερίας, της ελευθερίας. Αυτοί λοιπόν οι ηγέτες δεν υπάρχουν σήμερα διότι δεν υπάρχει αντιστοίχηση αυτού που ζητάει το πολιτικό σύστημα με αυτό που ζητάνε οι κοινωνίες. Βλέπουμε ότι οι κοινωνίες στρέφουν τα νότα τους σε όλες αυτές τις ιστορικές ηγεσίες, ψηφίζουν κατ’ οικονομίαν και αντισυμβατικά, αλλά δεν υπάρχει κανείς να “μυριστεί” το μέλλον, το πού πηγαίνει δηλαδή ο κόσμος, και να εμπιστευθεί τις κοινωνίες. Τους ακούμε συνεχώς να μιλάνε για τις Αγορές, για την ελεύθερη οικονομία, για την κρατική οικονομία και για οτιδήποτε που είναι του 19ου και του 20ου αιώνα παραδοχές αναγκαίες για το τότε, αλλά δεν τους ακούμε να μιλάνε γι’ αυτό που πραγματικά συμβαίνει στην Ουκρανία σήμερα -δηλαδή για την πατρίδα. Με την έννοια όμως όχι της χώρας που μεταβάλλεται σε χώρο, αλλά με την έννοια της χώρας στην οποίαν ο πολιτικός είναι δεσμευμένος σε αυτό που αποτελεί βούληση της κοινωνίας. Άρα ευημερία και ελευθερία. Αυτά δεν τα συναντάμε.

Έχουμε δύο επίπεδα ηγεμονιών: το ένα είναι το επίπεδο των κρατικών ηγεμονιών –που είναι του παρελθόντος ουσιαστικά- και το άλλο είναι οι ηγεμονίες των Αγορών. Οι οποίες ηγεμονίες των Αγορών δεσπόζουν και χρησιμοποιούν τους όρους της ισχύος και χρησιμοποιούν τα κράτη για τον λογαριασμό τους.

Δημοσιογράφος: Ήρθε η ώρα να λογαριαστούν όμως τώρα και θα δούμε και το αποτέλεσμα. Εμείς τι φταίμε; Αυτό είναι το ερώτημα. Ίσως κάπου να φταίμε, αλλά αυτό είναι ένα θέμα μίας άλλη συζήτησης.

Γ.Κ.: Οι κοινωνίες δεν φταίνε για τις επιλογές τους διότι δεν έχουν τη δυνατότητα να διορθώσουν τις επιλογές αυτές εάν είναι λάθος. Είναι  έξω από τα πράγματα. Άλλοι τα διαμορφώνουν. Και αυτοί που τα διαμορφώνουν είναι υπεύθυνοι και όχι οι κοινωνίες που, βεβαίως είναι υποψιασμένες. Αλλά, μπορούν να κάνουν κάτι; Όταν οι ηγέτες της Ουκρανίας καλούν σήμερα την κοινωνία των Ουκρανών να παλέψει, παλεύει και θυσιάζει τον εαυτόν της. Την θυμόντουσαν πριν όμως για να μην οδηγηθούν σε αυτό το χάλι σήμερα; Αυτό είναι το ερώτημα.

Δημοσιογράφος: Νομίζω ότι η απάντηση είναι προφανής για όλους μας. Κύριε Κοντογιώργη θέλω να σας ευχαριστήσω πάρα πολύ και λυπάμαι που τελειώνει αυτή η τόσο ενδιαφέρουσα συζήτησή μας σύντονα, όμως θα δοθεί ξανά η ευκαιρία και είναι βέβαιο αυτό. Καλή δύναμη και καλή συνέχεια.

Γ.Κ.: Κι εγώ ευχαριστώ. Να είστε καλά κι εσείς.






Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2021

Μίκης Θεοδωράκης,

όπως Θεού-Δώρο!

Ο Χατζιδάκις για τον Θεοδωράκη (1978)



Απόσπασμα από ραδιοφωνική εκπομπή του Μάνου Χατζιδάκι στο Τρίτο Πρόγραμμα στην οποία μας αποκαλύπτει τον "άγνωστο" φίλο του Μίκη Θεοδωράκη.


Μάνος Χατζιδάκις: Σήμερα λοιπόν θέλω να σας αποκαλύψω έναν φίλο μου συνθέτη, πολύ σημαντικό, που είμαι βέβαιος πως δεν ξέρετε. Τον Μίκη Θεοδωράκη. Να μη νομίσετε πως λέω αστεία, ούτε κι ο γενικός μας διευθυντής να φανταστεί πως αστειεύομαι, μια κι έβγαλε φιρμάνι χθες για να μη λέμε αστεία από το ραδιόφωνο κι ούτε πολλές κουβέντες. Έλα όμως που επιθυμώ να σας παρουσιάσω έναν Μίκη Θεοδωράκη τέτοιον που δεν τον φανταστήκατε κι ούτε τον μάθατε ποτέ. Γιατί πολλοί γνωρίζουν τα ονόματα, μα λίγοι ξέρουν το τι πράγματι κάνει ο κάθε ένας. Όπως κι εμένα. Δεν με ξέρουν. Πολλοί με σταματούν και μου ζητούν αυτόγραφο. Φροντίζω αμέσως να τους ρωτήσω αν με γνωρίζουν και μ’ απαντούν: «...Δεν είστε αυτός που τραγουδά στην τηλεόραση;»… Καταλαβαίνετε όπως κι εγώ, πως με μπερδεύουν. Γιατί, ούτε τραγουδιστής είμαι, ούτε παρουσιάζομαι στην τηλεόραση, την οποία, μάλλον, αντιπαθώ. Φαίνεται όμως πως με περνάν για τον εκτάκτως συμπαθή τραγουδιστή Τόνυ Μαρούδα ή το πολύ για την κυρία Μαβίλη, της τηλεοράσεως.

Φαίνεται το ίδιο δεν συμβαίνει και με τον Μίκη Θεοδωράκη. Γιατί αυτός και τον γνωρίζουνε και τραγουδάει. Αλλά ποιοι είναι αυτοί που ξέρουν τη μουσική του σημασία μέσα στον χώρο μας; Κι ακόμα, ότι, ο Θεοδωράκης δεν έγραψε μόνο τον «Ζορμπά» ή το «Πέντε-πέντε δέκα» με τα οποία πολλοί νομίζουν πως εκεί τελειώνει η προσφορά του. Ούτε πάλι οι άλλοι, οι περισσότεροι, που ερμηνεύουν τη μεγαλοσύνη του γιατί τους καθηλώνει στα γήπεδα με τις ώρες και τους κινητοποιεί εσωτερικά. Δεν είναι μόνο αυτό ο Μίκης. Ο Θεοδωράκης είναι βαθιά και πλατιά μουσικός και λειτουργεί παράλληλα, σε άλλες λιγότερο γνωστές στιγμές, με ακρίβεια και με συνείδηση των πηγών του και των στόχων του. Με ευαισθησία και με τεχνική απαράμιλλη, κι αυτές είναι οι στιγμές που τον τοποθετούν στο μέλλον σίγουρα και παντοτινά!

Ο Μίκης Θεοδωράκης, είναι ένας ποταμός σπανίων μελωδιών που έχει βαθιές τις ρίζες του στον ελλαδικό χώρο κι όχι μόνο στην Κρήτη. Από την Κρήτη πήρε την επική μεγαλοστομία και λεβεντιά που σφραγίζει τους ρυθμούς του. Απ’ τα νησιά του Αιγαίου την χάρη τους και τη λεπτεπίλεπτη δεξιοτεχνία του. Κι από τη βόρεια Ελλάδα τους βαθείς αναστεναγμούς της μουσικής του. Όσοι θέλησαν να τον μιμηθούν, το μόνο που κατάφεραν είναι να φτιάξουν μια μονότονη μπροσούρα που προκαλούσε αθεράπευτη πλήξη και ανία στον ακροατή. Η επανάσταση χωρίς ταλέντο είναι για να κοιμάσαι ασφαλώς κι όχι για να λιθοβολείς.
Αρχίζω τη 2η σειρά των τραγουδιών που διάλεξα, του Θεοδωράκη, με ένα από τα πιο λυρικά τραγούδια που έχουν γραφτεί στη νεότερη Ελλάδα και με μοναδική την ερμηνεία της Φαραντούρη. Αυτό το τραγούδι, είναι ένα αριστούργημα! Το περιέχουμε και μας αποκαλύπτει. «…στης νύκτας το μπαλκόνι παγώνει ο ουρανός…».

“Τ’ όνειρο καπνός” – Μαρία Φαραντούρη






Μάνος Χατζιδάκις: Και τώρα, μια άλλη μεγάλη στιγμή του Θεοδωράκη. «Εδώ σωπαίνουν τα πουλιά». Η ενορχήστρωσή του, η επική μελωδική γραμμή μαζί με το θαυμάσιο ποίημα του Ρίτσου, δημιουργούν ένα δραματικό αραβούργημα. Από τις πρώτες νότες του τραγουδιού, αρχίζει να ζωγραφίζεται ένα βαθύ αίσθημα μιας δραματικής αναμονής…

“Ο ταμένος” (εδώ σωπαίνουν τα πουλιά) – Γιώργος Νταλάρας

Λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας (1974) σε Μίκη Θεοδωράκη και στοίχους Γιάννη Ρίτσου







Μάνος Χατζιδάκις: Τώρα, το γυναικείο πάθος σε λυρική έξαρση του Θεοδωράκη! Η πολύ ενδιαφέρουσα φωνή της Μπιρμπίλη –φωνή του ’60- τραγουδά το ποίημα του Ελύτη, “Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα”. Ένα ύφος τραγουδιού που σφράγισε ανεπανάληπτα μιαν εποχή ολόκληρη.

“Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα” – Σούλα Μπιρμπίλη








Εις μνήμην Μίκη Θεοδωράκη.
Απομαγνητοφώνηση, Ελένη Ξένου.
Ηχητικό βίντεο απομαγνητοφώνησης:






ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ (29 Ιουλίου 1925, Χίος - 2 Σεπτεμβρίου 2021, Αθήνα)













Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2021

Γιώργος Κοντογιώργης - Τα Ίμια της χώρας


Γ. Κοντογιώργης - Τα Ίμια της χώρας - 20.3.2015

https://youtu.be/xdV5BuOYI_E

Ομιλία του Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και πρώην πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργου Κοντογιώργη, η οποία έγινε στα πλαίσια της παρουσίασης του βιβλίου του Ναυάρχου ε.α Χρήστου Λυμπέρη "Οψόμεθα την αλήθεια καθώς εστί: 1994-1996" (Εκδόσεις Ποιότητα, 2014), στις 20.3.2015 στη Στοά του Βιβλίου.

Απομαγνητοφώνηση, Ελένη Ξένου.

Γιώργος Κοντογιώργης:

Οι προλαλήσαντες με διευκολύνουν να μην σταθώ στο περιεχόμενο του βιβλίου αυτό καθαυτό, άλλωστε, νομίζω ότι ο καλύτερος τρόπος για να γνωρίσει κανείς το περιεχόμενο είναι να το διαβάσει, να το μελετήσει θα έλεγα.

Μία γενική παρατήρηση έχει να κάνει με το τι εισφέρει. Νομίζω ότι είναι μία πρωτογενής πηγή για μία πολύ-πολύ σημαντική στιγμή της σύγχρονης Ιστορίας μας. Υπαγορεύτηκε βεβαίως από την ανάγκη του Ναυάρχου να εκφράσει την αγωνία του ως στρατιώτης απέναντι σε όσα συνέβησαν και, βεβαίως στη αντιμετώπισή του από την πολιτική ηγεσία της εποχής, αλλά, εγώ θέλω να το δω –και σας καλώ να το δείτε- υπό το πρίσμα της απολογίας ενός συστήματος -όχι της απολογίας του Ναυάρχου- αλλά, του περιεχομένου μιας απολογίας που αποκαλύπτει τα αίτια της ελληνικής κακοδαιμονίας.  Διότι η ήττα –και είναι ήττα αυτό που συνέβη στα Ίμια- έρχεται να συμπληρώσει μια αλυσίδα καταστροφών που ολοκληρώνει μία πορεία του ελληνικού κόσμου η οποία μόνο θλίψη μπορεί να μας προκαλέσει. Υπό αυτό το πρίσμα λοιπόν. Έχει σημασία να δει κανείς πώς εγγράφεται μέσα στο γενικότερο πρίσμα της αντιμετώπισης, όχι κάποιων μικρών εσωτερικών προβλημάτων ή έστω μεγάλων, αλλά εθνικών προβλημάτων. Αυτών που συνέχονται με τις διεθνείς σχέσεις –άρα και με την ασφάλεια της χώρας.

Θα επισημάνω μόνο ορισμένα σημεία τα οποία τα διαπραγματεύεται ο Ναύαρχος Λυμπέρης αναλυτικά στο έργο του αυτό. Εκλήθη η ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων στη βουλή, για να αντιμετωπίσουν μία στιγμή που, ήταν στιγμή πολεμικής αναμέτρησης. Ήταν απέναντι τα πολεμικά πλοία και από στιγμή σε στιγμή, εάν η Τουρκία παραδείγματος χάρη αποφάσιζε να κάνει μία απόβαση σε ένα νησί, θα μπορούσε κάλλιστα να έχει συνέπειες τις οποίες δε θα μπορούσε κανείς να τις διαχειριστεί από τη βουλή. Έπρεπε να είναι επιτόπου. Αυτό είναι κομβικό σημείο για να δει κανείς τι τρέχει πίσω από αυτό το πολιτικό σύστημα και τους συντελεστές του. Δεύτερον, την ίδια στιγμή που οι Τούρκοι ουσιαστικά καταλάμβαναν τα Ίμια, ο Πάγκαλος ήταν στα κανάλια… Ο υπουργός Εξωτερικών. Για σκεφθείτε το αυτό λίγο, για να δείτε, όχι τι ευθύνη αισθάνεται ότι έχει, αλλά πώς αντιμετωπίζει τα ζητήματα αυτά. Διαπιστώνουμε από όλη την διαδρομή του βιβλίου ότι όχι μόνο δεν υπήρχε σχεδιασμός αντιμετώπισης της κρίσης από την πλευρά της πολιτικής ηγεσίας, αλλά συγχρόνως απέκρυβε και απέφευγε να αντιμετωπίσει την αναγγελία της κρίσης που, όπως πολύ σωστά αναγγέλθηκε, έναν μήνα πριν είχε ανακοινωθεί από την τουρκική πλευρά. Θα μου πείτε, “δεν το πήραν στα σοβαρά”. Μα αυτό είναι το πρόβλημα. Διότι, από την άλλη μεριά, αν ήταν να μην το έχουν πάρει στα σοβαρά, δε θα δήλωναν ότι είναι εναντίον της ενεργοποίησης των κανόνων εμπλοκής για να αντιμετωπίσουν τα επιμέρους προβλήματα που μπορούσαν να αντιμετωπιστούν, ούτε ότι δεν είναι η ώρα να αντιμετωπίσουμε το στρατιωτικό μέρος διότι διαπραγματευόμαστε. Και όπως απεδείχθη –και δεν είναι η πρώτη φορά κύριε Καλεντερίδη- η Τουρκία έκανε το ίδιο πράγμα και στην Κύπρο. Ενώ συνομιλούσε για την ειρήνη, έκανε πράξεις ντε φάκτο, δημιουργίας νέων καταστάσεων. Επομένως δεν ήταν για να διασφαλίσει ότι συμφωνίστηκε, αλλά να το πάει πιο πέρα.

Για τα 12 μίλια: Έχω γράψει και έχω πει από την πρώτη στιγμή που γεννήθηκε το θέμα ότι, ανεξαρτήτως του αν θέλουμε ή μπορούμε να τα αντιμετωπίσουμε, να αντιμετωπίσουμε την επέκτασή τους, είναι καλύτερα να παραβιάζουν ένα τετελεσμένο γεγονός που θα αναφέρεται στα 12 μίλια, παρά να αγωνιζόμαστε να υπερασπιστούμε τα 6 μίλια και, βεβαίως, στο πλαίσιο αυτό, να αλωνίζουν οι άλλοι και, μάλιστα κατά νόμιμο τρόπο, στο υπόλοιπο μέρος του Αιγαίου το οποίο βεβαίως δεν καλύπτεται από τα χωρικά μας ύδατα. Νομίζω αυτό είναι καίριας σημασίας.

Θα επισημάνω όμως και κάτι άλλο που έχει σημασία να το προσέξουμε ως προς αυτό το μεγάλο ζήτημα των Ιμίων. Ο Ναύαρχος αναφέρει κάποια στιγμή κάποιες αδυναμίες στις Ένοπλες Δυνάμεις. Πρέπει να πούμε βεβαίως ότι, αυτό, ένα πολιτικό σύστημα δηλαδή το οποίο χωλαίνει στην κορυφή, δε μπορεί να μην προκαλεί συνέπειες και μάλιστα αλυσιδωτές σε όλους τους επιμέρους τομείς συμπεριλαμβανομένων και των Ενόπλων Δυνάμεων. Είναι χαρακτηριστικό, αυτό που ξέρουμε και ζούμε σήμερα με την διαφθορά στις Ένοπλες Δυνάμεις και τη λεηλασία της χώρας εκεί που αναφέρεται στην άμυνα της χώρας. Η παρατήρηση ότι υπήρχε μεγάλη απόσταση από τις βάσεις, ποιος το αποφασίζει αυτό και από πότε; Γιατί πρέπει όλα να είναι συγκεντρωμένα στην Αθήνα και στον Πειραιά; Αυτό, είναι ένα πρόβλημα που συνέχεται επίσης με τα κενά επάνδρωσης των νήσων. Γιατί πρέπει να υπάρχουν κενά; Αν συνδυαστεί αυτό και με το γεγονός βεβαίως ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις παραδοσιακά αποδέχθηκαν το μεγάλο γλέντι του ρουσφετιού που όλοι όσοι υπηρετούσαν στο κέντρο ήταν ή μέλη παρατάξεων (εννοώ στρατιώτες) ή μέλη πανεπιστημίων (με “πλάτες” επομένως) που δε μπορούσαν καν να τους ελέγξουν, είτε τέκνα της υψηλής ελίτ τα οποία δεν καταδεχόντουσαν να βρεθούν στο μέτωπο, αυτό ομολογεί ότι υπήρχε ένα ουσιαστικό πρόβλημα στις Ένοπλες Δυνάμεις. Θα σας επικαλεστώ δύο παραδείγματα, για να δούμε αυτό το μεγάλο ζήτημα του «τις πταίει» σε αυτή την χώρα. Λίγο μετά τα Ίμια βρέθηκα στη Ρόδο. Υπήρχε ένα μικρό πολεμικό καράβι το οποίο ήταν αραγμένο στο λιμάνι με την πλώρη του μπρος και την πρύμνη του προς το άνοιγμα του Αιγαίου και απέναντι ακριβώς, περνούσε και έκανε βόλτες ένα πολύ μεγάλο τουρκικό πολεμικό πλοίο –φρεγάτα. Και, ζητάω τον αρμόδιο και τον ρωτάω εάν είναι δυνατόν πρώτα-πρώτα να μην είναι κανείς μέσα (θα ήταν στο καφενείο) και, αν είναι δυνατόν να το έχουν έτσι αγκυροβολημένο. Ώσπου να κάνει τη μανούβρα να βγει από το λιμάνι, ο άλλος θα το έχει βυθίσει. Τι ρόλο λοιπόν παίζετε εδώ, τους λέω. Μου χαμογελούσαν. Δεν είχαν να πουν τίποτε. Τις ίδιες μέρες, όταν ο κύριος υπουργός εξωτερικών ήταν στα κανάλια, είχαμε εικόνες από το Καστελόριζο. Δεν υπήρχε κανείς εκεί. Υποτίθεται, ότι είναι πιθανή μία πολεμική αναμέτρηση. Τα τουρκικά πλοία όμως έκοβαν επίσης βόλτες εκεί. Αντιλαμβάνεστε επομένως ότι, υπήρχε ένας σχεδιασμός που, δεν κάλυπτε ολόκληρο το εύρος αυτής της επικείμενης κρίσης και, βεβαίως, υπήρχε ένας πρωθυπουργός ο οποίος έθετε ερωτήματα… Δεν κάθισε δηλαδή στο τραπέζι του επιτελείου όπως και οι υπόλοιποι υπουργοί του για να αποφασίσουν τι θα κάνουν και να αντιμετωπίσουν τις ενδεχόμενες παραμέτρους αυτής της κρίσης ώστε να μπορέσουν και πολιτικά να διαπραγματευτούν. Γιατί όταν δεν υποστηρίζεις στρατιωτικά την πολιτική διαπραγμάτευση, δεν οδηγείς –όχι σε νίκη- αλλά ούτε σε ένα αξιοπρεπές αποτέλεσμα. Θέλω να πω όμως ότι, αυτό που συνέβη με την κατάληψη των μικρών Ιμίων από τους Τούρκους και την υπόθεση της σημαίας, δε μπορεί κανείς να το υποβαθμίζει. Είναι απαράδεκτο που δεν υπήρχε εκεί στρατιωτικό άγημα, αφού ήταν στοχοποιημένα τα Ίμια. Γνωρίζαμε ότι εκεί έριχνε το βάρος της η Τουρκία. Γνωρίζουμε επίσης, ότι οι καιρικές συνθήκες δεν επέτρεπαν την προστασία του χώρου αλλά κυρίως, αν είχαμε μελετήσει την εποχή της Επανάστασης του 1821, οι νίκες που κατήγαγαν οι Έλληνες ήταν νίκες τακτικής οι οποίες περιείχαν το στοιχείο του αιφνιδιασμού, δηλαδή της “πονηριάς” έναντι αυτού του οποίου επεδίωκαν και όχι της κατά μέτωπο αντιμετώπισης. Γιατί, δε μπορώ να διανοηθώ ότι θα μπορούσε να φυλαχθεί με την περιπολία το νησάκι από το ενδεχόμενο να περάσουν οι βατραχάνθρωποι από κάτω και να βγουν στη ξηρά και να δημιουργήσουν τετελεσμένα. Ούτε μπορώ να διανοηθώ ότι η προστασία, δηλαδή η εκδίωξη των ανθρώπων που θα ήταν επάνω θα μπορούσε να γίνει με τη μεταφορά με ελικόπτερα. Διότι, δεν ήταν παρέλαση. Θα μπορούσαν να τα καταρρίψουν οι Τούρκοι. Τι θα κάναμε;… Είναι ζητήματα τα οποία έχουν να κάνουν με αυτή την αντιμετώπιση από την πολιτική ηγεσία μιας πραγματικότητας η οποία ήταν κρίσιμη.

Και, ερχόμαστε -αν θέλετε- σε αυτό που είναι η σημαία. Η σημαία δηλώνει κυριαρχία μίας χώρας. Όταν αφαιρείς τη σημαία, έστω και αν αποχωρούν οι Τούρκοι από εκεί, σημαίνει ότι βγάζοντας τη σημαία παραιτείσαι από την κυριαρχία –από την ιδιοκτησία του νησιού. Σήμερα λοιπόν, δεν τους ενδιαφέρει. Είναι ένα ξένο σώμα οι άνθρωποι αυτοί. Και η περίπτωση λοιπόν του πρωθυπουργού της εποχής, είναι από τις πιο χαρακτηριστικές αυτής της αντίληψης που την έχω χαρακτηρίσει «ολιγαρχική κομματοκρατία». Δηλαδή ένα πολιτικό σύστημα που παράγει και επιτρέπει να ανέλθουν στην ιεραρχία σκουπίδια τα οποία υπηρετούν ιδιοτελείς καταστάσεις αλλά όχι το εθνικό συμφέρον. Όχι το συμφέρον της κοινωνίας. Αυτό είναι το κεντρικό πρόβλημα. Και, νομίζω ότι, ο Ναύαρχος είναι πολύ επιεικής όταν μιλάει για ερασιτεχνισμό. Τι σημαίνει ερασιτεχνισμός; Ξέρετε, ο Σωκράτης, όπως μας το μεταφέρει ο Πλάτωνας, κάνει έναν διάλογο με έναν νεαρό τον Γλαύκο, ο οποίος θέλει να πολιτευθεί. Και του λέει, «…έλα εδώ παιδάκι μου. Ξέρεις τι στρατός χρειάζεται, τι όπλα χρειάζεται η χώρα; Τι οικονομικούς πόρους; Και άρα να ξέρεις τι δημοσιονομικό σύστημα θα κάνεις; Τι πολιτικές και για ποιον σκοπό θα ακολουθήσεις»; Και του απαντούσε αυτός, όχι. «Και πότε θα τα μάθεις;» του λέει. Και του απαντάει, «Όταν αρχίσω να κυβερνάω». Όπως ξέρετε, αυτό κάνουν οι Έλληνες πολιτικοί. Ο κύριος Σημίτης, έχει πολύ μακρά ιστορία στην πολιτική. Αλλά ήταν πάντα απών από τα μεγάλα γεγονότα. Όταν συνέβαιναν τα μεγάλα γεγονότα αυτός ήταν απών και περίμενε την ώρα, την κατάλληλη στιγμή, να εμφανιστεί και να καρπωθεί το αποτέλεσμα της πολιτικής ή του αγώνα που κάνανε οι άλλοι. Και βεβαίως, όλα τα προβλήματα -αν καθίσουμε να μελετήσουμε την πολιτική του- όλα τα προβλήματα προσπαθούσε να τα βάζει κάτω από το χαλί και να μην τα αντιμετωπίζει. Όσα αντιμετώπισε (γιατί αναγκάστηκε) κατέστρεψε τη χώρα. Από την είσοδο στο ευρώ, από το χρηματιστήριο, από τους Ολυμπιακούς Αγώνες, από χίλια δυο. Μην τα αναφέρουμε αυτή τη στιγμή. Και όταν βοούσε ο τόπος για τη λεηλασία των εθνικών χώρων, από το Υπουργείο Άμυνας μέχρι παντού,  η απάντηση ήταν: «όποιος έχει στοιχεία να πάει στον εισαγγελέα».  Δηλαδή, απλώς παρίστατο στην υποτιθέμενη διακυβέρνηση της χώρας. Θα με ρωτήσετε, «κάποιοι άλλοι δεν έχουν κάνει σχεδιασμό»; Ξέρετε, η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα, υποθέτω, που δεν έχει τράπεζα δεδομένων για το τι γίνεται γύρω της, τι λένε οι άλλοι και, δεν έχει επίσης και κέντρα μελετών. Όταν έθεσα στον κύριο υφυπουργό Εξωτερικών της προηγούμενης κυβέρνησης τον κύριο Κούρκουλα κάποτε το ερώτημα –που το έχω θέσει δεκάδες φορές ξεκινώντας ήδη από την Κύπρο βεβαίως σε διάφορους πολιτικούς- το γιατί δεν φτιάχνουν ένα κέντρο ερευνών να μελετάνε και κάνουν προβολή λύσεων ή προβλημάτων ή συσχετισμών στο μέλλον για να ξέρουν τι θα υποστηρίξουν και τι όχι, μου απάντησε: «Μα δε μας χρειάζεται. Έχουμε το ΕΛΙΑΜΕΠ». Το αναφέρει αυτό ο Ναύαρχος και, ξέρουμε τι πολιτικές υποστηρίζει και από ποιους χρηματοδοτείται. Δεν τους ενδιαφέρει λοιπόν το εθνικό. Είναι αριστοτέχνες όμως στο να καταδολιεύουν την πολιτική και να μεταφέρουν ευθύνες είτε στους επιμέρους είτε στην ίδια την κοινωνία όπως ξέρουμε σήμερα που, κατατείνουν στο να την πείσουν ότι είναι συνυπεύθυνη γι’ αυτά που συνέβησαν τα τελευταία χρόνια.

Μας φέρνει εδώ σε μία πολύ ενδιαφέρουσα αρχή των χαμένων ευκαιριών, που, ο μακαρίτης ο Αβέρωφ είχε χαρακτηρίσει έτσι για πρώτη φορά. Αλλά, πριν πω αυτό, θέλω να σας αναφέρω το εξής που έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία για το πώς αντιμετωπίζεται η χώρα από αυτήν την πολιτική τάξη. Το 1957 στο Παρίσι, υποστηρίχθηκε μία διδακτορική διατριβή ενός ονόματι Σακά (Τούρκος). Ο οποίος μέσα –και με χάρτες- αναφέρει λέξη προς λέξη πώς πρέπει να χαραχθεί η γραμμή του Αιγαίου, να ουδετεροποιηθούν, να γίνουν Ίμια δηλαδή τα νησιά και η περιοχή του ανατολικού Αιγαίου και για ποιους γεωστρατηγικούς λόγους της Τουρκίας. Αυτό το βιβλίο, από το 1974 που επέστρεψα στην Ελλάδα, το περιέφερα σε φωτοτυπίες και το έδινα στους πολιτικούς αρχηγούς και στους άλλους υπευθύνους που έκρινα ότι έπρεπε να το προσέξουν. Όλοι μου λέγανε ότι δεν τους ενδιαφέρει. Αυτήν τη στιγμή βρίσκεται στη βιβλιοθήκη Σβορώνου διότι λίγο πριν πεθάνει του το έδειξα για να του πω και του ιδίου τον καημό μου -ως δάσκαλός μου- και, το διάβασε και μου λέει, "παιδί μου είναι πολύ χαρακτηριστικό του πόσο αδιαφορούν για τα εθνικά ζητήματα". Ο Σβορώνος, ένας ιστορικός ο οποίος είχε τον πόνο στο μυαλό του για την χώρα.

Η πολιτική των χαμένων ευκαιριών τι δηλώνει; Δηλώνει πολύ απλά ότι, η ελληνική πολιτική τάξη, επειδή βρίσκεται προ ζητημάτων που πρέπει να αντιμετωπίσει, αυτό που κάνει είναι να διαμορφώνει προτάγματα πολιτικών τα οποία είτε δεν έχει τη θέληση να τα υποστηρίξει –όπως εν προκειμένω η περίπτωση Σημίτη- είτε, δεν μπορεί γιατί δεν έχει σταθμίσει τον διεθνή παράγοντα. Και στη μία και στην άλλη περίπτωση έχουμε υποστεί τις συνέπειες. Δε χρειάζεται να πάμε πιο πίσω. Η περίπτωση του Κυπριακού αυτό ομολογεί. Η περίπτωση των Σκοπίων αυτό ομολογεί. Και όλες οι άλλες βεβαίως περιπτώσεις που θα μπορούσε να δει κανείς στα μεγάλα και στα μικρά ζητήματα.

Λέω συχνά, ότι, οι ήττες της Ελλάδας δεν συντελούνται ούτε στα σύνορα, ούτε στους διπλωματικούς χώρους αλλά στην Αθήνα. Εδώ προετοιμάζονται. Και είναι αποτέλεσμα αυτής της αναντιστοιχίας του κράτους, του πολιτικού συστήματος με την κοινωνία. Και όποιος αποδέχεται ότι φταίει η κοινωνία γι’ αυτό (έστω στο παραμικρό), είναι υπόλογος συνενοχής σε αυτά που συμβαίνουν και που θα διαιωνιστούν εάν συνεχίσουμε να αποδεχόμαστε τη δική μας ευθύνη γι’ αυτό το πολιτικό σύστημα. Δε θα πω περισσότερα γι’ αυτό, αλλά θα επισημάνω ότι, η κορυφαία  εκδήλωση αυτού του γεγονότος που –αν θέλετε- προσωποποιείται στον πρωθυπουργό των Ιμίων, φέρνει στην επιφάνεια και κάτι άλλο. Ότι ο ίδιος, επειδή είχε ανάγκη να δικαιολογήσει την απραξία ή την καταστροφή που έχει προκαλέσει σε πολλά επίπεδα, επιστράτευσε τη διανόηση για να δικαιολογήσει τις πολιτικές του. Τους ξέρουμε. Βγαίνανε και ελεεινολογούσαν την κοινωνία γιατί εμπόδισε τον πρωθυπουργό να κάνει μεταρρυθμίσεις, το «τις πταίει» που αποτυγχάνουν οι μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα, ακριβώς γι’ αυτόν τον σκοπό. Εκείνη η διανόηση όμως ήταν παρακαλώ ονομαστικά, αυτή που βρισκόταν σε θέσεις αργομισθίας και εισέπραττε θεσμούς και χρήματα.

Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε σε ένα πολύ μεγάλο δίλλημα που η υπόθεση των Ιμίων το επιβεβαιώνει για μια ακόμη φορά. Ότι δηλαδή η Τουρκία, έχει πεισθεί (την έχουμε πείσει) ότι μπορεί έναντι της Ελλάδας να καρπωθεί το 100% των επιδιώξεών της. Έχει υπομονή και σχεδιάζει. Κινείται βάσει σχεδίου. Και αυτό οφείλεται –αν θέλετε- στο γεγονός ότι από το 1922, από τη μικρασιατική καταστροφή, επανήλθαν οι δυνάμεις του παλαιού καθεστώτος, οι οποίες δυνάμεις το μόνο που δεν κάνουν είναι να συνέχονται στις πολιτικές τους με αυτό που αποτελεί δημόσιο εθνικό ή κοινωνικό συμφέρον (όπως θέλετε πείτε το). Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Δε γίνεται επειδή είμαστε “κακοί” ή έχουμε κάποιο άλλο αίμα στις φλέβες μας σε σχέση με το παρελθόν. Δεν είναι ότι υπό το κράτος-έθνος ξαφνικά αλλάξαμε το DNA μας και δεν είμαστε οι Έλληνες της τουρκοκρατίας -που, εάν θέλουμε να δούμε ποια ήταν η θέση του ελληνισμού, ηγεμόνευε οικονομικά και πολλές φορές και σε πολλά άλλα επίπεδα σε τρεις αυτοκρατορίες σε ένα πολύ μεγάλο μέρος της Ευρώπης. 

Σημασία έχει, να διερωτηθούμε «τις πταίει» για να μην δίνουμε φάρμακο σε λάθος ασθενή. Και, όσοι δηλώνουν ότι φταίει η κοινωνία, εγώ θα θέσω ένα πολύ απλό ερώτημα (γιατί, το σύστημα καθορίζει πώς θα συμπεριφερθεί ο κάθε πολίτης). Εάν βρισκόμαστε λοιπόν σε ένα πανηγύρι και τα βιολιά παίζουν τσάμικο, θα μπει μέσα στον χορό κανείς για να χορέψει καλαματιανό; Όχι. Ή θα χορέψει ή θα είναι αναντίστοιχος με τις πραγματικότητες. Αυτό λοιπόν ομολογεί -και, θέλω να το επισημάνω αυτό- ότι η υπόθεση των Ιμίων σηματοδοτεί όχι τον κίνδυνο να ακρωτηριαστεί η χώρα, αλλά τον κίνδυνο να περιέλθει στο καθεστώς των Ιμίων. Στη δεκαετία του 1980, έγραφα ότι η Τουρκία θα επιδιώξει τη φιλανδοποίηση της Ελλάδας. Είμαστε πολύ μακριά από αυτό τώρα. Επιδιώκει την ιμιοποίηση της Ελλάδας. Τη μεταβολή της σε έναν χώρο χωρίς βούληση και χωρίς εθνική κοινωνική συνοχή, που θα της υπαγορεύει τη βούλησή της διότι έχει ηγεμονικές βλέψεις. Και όσο βεβαίως βυθιζόμαστε σε αυτό το καθεστώς στο οποίο ζούμε σήμερα, τόσο η βούληση της Τουρκίας θα επανέρχεται και θα επεκτείνεται και προς καινούργιες καταστάσεις. Δεν την ενδιαφέρει την Τουρκία ούτε το καθεστώς των Ιμίων ούτε τίποτε. Το καθεστώς της Ελλάδας την ενδιαφέρει. Χωρίς αυτό, δεν μπορεί να παίξει κανένα ρόλο.

Θα περιγράψω το σημερινό πολιτικό σύστημα -το οποίο διαχρονικά- αλλά το σημερινό που εξακολουθεί να είναι και να αντιστέκεται, ότι  είναι απόρροια του γεγονότος ότι έτσι όπως εγκαθιδρύθηκε με τη Βαυαροκρατία και εξακολουθεί να λειτουργεί, είναι αναντίστοιχο προς την κοινωνία και προς την πολιτική ανάπτυξη της κοινωνίας. Άρα τις νοοτροπίες του κοινωνικού μας ιστού. Δηλαδή, δεν είναι ορθό να λέμε ότι φταίνε για εμάς τους πολίτες οι οθωμανικές μας καταβολές. Το οθωμανικό κράτος, η οθωμανική λογική, εγκαταστάθηκε σε αυτό το κράτος και έγινε λεηλατικό επί της κοινωνίας, διότι διερράγη η συνεκτική του σχέση, η θεσμική του σχέση, με την κοινωνική συλλογικότητα. Και αυτό είναι το κεντρικό πρόβλημα. Δεν πολιτεύεται για το εθνικό συμφέρον. Βρίσκει τρόπους να είναι απέναντι. Και αν θέλετε παρακολουθήστε το εκεί που διεξάγεται ο διάλογος. Μέχρι τη στιγμή που κάποιος επικαλείται την κοινωνία, οι πολιτικές δυνάμεις μεταξύ τους σκοτώνονται για το ποιος θα νέμεται το κράτος. Αλλά όταν έχουν απέναντι την κοινωνία, συσπειρώνονται. Αυτό, δείχνει ότι δεν υπάρχει ελπίδα, αν δεν αλλάξει η σχέση κοινωνίας και πολιτικής. Χωρίς δηλαδή το πολιτικό προσωπικό να εξαναγκαστεί θεσμικά, πολιτειακά, να πολιτεύεται υπέρ της κοινωνίας. Διαφορετικά θα έχουμε επαναλαμβανόμενα Ίμια. Η περίπτωση ακριβώς αυτής της επισήμανσης που διαχέει το βιβλίο του κυρίου Λυμπέρη, είναι πολύ χαρακτηριστική. Με μία επισήμανση ότι δεν είναι θέμα ενός ή άλλου, όποιος και αν ανέβει σε αυτό το σύστημα -και, θα μου επιτρέψει ο κύριος Ναύαρχος να διαφοροποιηθώ σε αυτό- όποιος λοιπόν και να ανέβει στο σύστημα αυτό, θα πράξει τα ίδια, διότι διαφορετικά θα τον εκβράσει το ίδιο το σύστημα. Αυτός που δεν θέλει να είναι μέσα στο σύστημα αυτό με αυτούς τους όρους, δεν μπορεί να πολιτευθεί με το σύστημα αυτό. Και, το χειρότερο είναι ότι έχουμε βρεθεί αυτή τη στιγμή σε μία διαδικασία, είμαστε αντιμέτωποι και με πλήγματα που καταφέρονται στις Ένοπλες Δυνάμεις. Γιατί όταν ζει υπό ένα καθεστώς «Καιάδα-οικονομικής κρίσης», δεν μπορεί να υποστηρίξει κανείς την άμυνα της χώρας και δεν υπάρχει και η αντίστοιχη δυνατότητα να υποστηριχτεί.

Άρα λοιπόν, εάν ερωτηθώ αν είναι ανατάξιμη η πορεία της χώρας προς την περεταίρω καταστροφή, θα έλεγα ότι, όχι χωρίς ένα κράτος που θα δεσμεύει την πολιτική θεσμικά να πολιτεύεται προς το συμφέρον της κοινωνίας. Και μία επισήμανση για την αλλαγή των γεωπολιτικών όρων: Είναι γεγονός ότι από τη στιγμή που η Τουρκία έχει επιδείξει με υπερφίαλο και πολύ πρώιμο τρόπο την ηγετική της φιλοδοξία στην περιοχή, είναι γεγονός ότι από αυτή τη στιγμή έχουμε μία πολύ σημαντική ευκαιρία στα χέρια μας να κάνουμε αυτό που έκανε η Τουρκία στο παρελθόν, δηλαδή, να χρησιμοποιηθεί η Ελλάδα, να προσεγγίσει δηλαδή τις Δυτικές δυνάμεις -και όχι μόνο- ώστε να λειτουργήσει ως ανάχωμα σε αυτή τη φιλοδοξία της Τουρκίας. Πιστεύω ότι γεωπολιτικά η συνάντηση με το Ισραήλ αλλά και με τη Ρωσία, υπό άλλους όρους, μπορεί να αποτελέσει μία καλή βάση για να ανακτήσει και να συγκλείνει τα συμφέροντά της η χώρα με τα συμφέροντα της Δύσης, διότι είναι προφανές ότι μόνον στο επίπεδο της διπλωματίας και των στρατηγικών συμμαχιών μπορούμε πια να αντιμετωπίσουμε την Τουρκία και όχι στο στρατιωτικό σκέλος το οποίο από μέρα σε μέρα, εάν η χώρα δεν αναταχθεί θα καθίσταται δυσμενέστερο για εμάς.

Σας ευχαριστώ πολύ.


 
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑ


CLAUSEWITZ: «Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΜΕ ΑΛΛΑ ΜΕΣΑ» – Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΚΑΙ Η ΚΡΑΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΣΤΑ ΠΕΔΙΑ ΤΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΚΑΙ Η ΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΙΜΙΩΝ

https://l.facebook.com/l.php?u=https%3A%2F%2Fwp.me%2FpaSdey-1yF%3Ffbclid%3DIwAR2WiUt8wOtXEx-I0YUoDP2Xp9MkZH9YGS1TnJhAnMihj_EE9wU4dolYyCg&h=AT0MTBEN-28EXU9Gq28bGgV9-QPSmJGSocPDHv_KKTLMFKDXXgFSZOrjYHt9nj-AOulRJpPoyBMrKRVPOJEioyybKI228KO8LBE1UcIHAXNgo49i8NxaoXmmHa7WZh7fJZoF&__tn__=H-R&c[0]=AT1-oUZHZZ_4tXwp-eU6fxE8ldJ8EmwyXstXIcnyXGaEw5szlgd27YUnchPKBOUmoA7Xtw-EP-GfAL3xAaEl_T7eloRuVCGWyougf7swAXdf8FzPOPOu5UzEJfFpwX4JN1W7CebI7DRaF9_lEKGqqpWy87_PyVTLniWJH0j6TVxZ_uQksyhnfO4RHPbS1MupAyyS2_d1hDbtT2dPXZ6JA1hymtV2Pg





 

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2021

Γιώργος Κοντογιώργης: «Γιατί οι πολιτικοί δεν υπηρετούν το κοινό συμφέρον;»



 Απομαγνητοφώνηση, Ελένη Ξένου.

Γιώργος Κοντογιώργης:

Σε ό,τι έχει να κάνει με την καθημερινή διαχείριση της πολιτικής, με τις πολιτικές δηλαδή εσωτερικού χαρακτήρα, διαπιστώνουμε ότι εκεί η πολιτική τάξη της χώρας που κυβερνάει, είναι σε απόλυτη αναντιστοιχία με αυτό που είναι το εθνικό ή το κοινό συμφέρον. Με άλλα λόγια, ασκεί πολιτική αποδόμησης, κομματικής ευνοιοκρατίας, ιδιωτικοποίησης με την έννοια της χειραγώγησης του κράτους και, σε απόσταση από το κοινό συμφέρον. Όπου όμως παρεμβάλλεται αυτό το οποίο δεν επιτρέπει στην πολιτική τάξη να αποδομήσει τη συλλογικότητα -όπως είναι τα εθνικά θέματα- εκεί διαπιστώνουμε ότι η πολιτική τάξη ή βρίσκεται καταφανώς αντιμέτωπη -οπότε αποκαλύπτεται ότι υπηρετεί ξένα συμφέροντα ή ίδια συμφέροντα- ή, αναγκάζεται να εναρμονιστεί. Οι πολιτικοί δεν εκλέγονται για να υπηρετούν ούτε ξένα συμφέροντα ούτε τις δικές τους απόψεις. Εκλέγονται για να είναι εναρμονισμένοι με «αυτόν» που τους έδωσε την εντολή. Δηλαδή, την κοινωνική πλειοψηφία -τουλάχιστον.

Και, προσέξτε. Δεν είναι το ότι αγνοήθηκε από τον ελληνικό λαό. Είναι ότι επειδή όρθωσε το ανάστημά του, χαρακτηρίστηκε ως «ετερόκλιτος όχλος». Αν αυτό δεν είναι σκοταδιστική έως φασιστική αντιμετώπιση του λαού ο οποίος εξέλεξε αυτούς τους ανθρώπους για να τον κυβερνήσουν, τότε τι είναι; Το ίδιο μπορούμε να δούμε και στο επίπεδο της διαχείρισης του μεταναστευτικού. Ακούμε συχνά να λένε ότι οι μεν ή οι δε υπηρετούν ξένα συμφέροντα. Υπηρετεί κανείς ξένα συμφέροντα -ή άλλα συμφέρονται, αν θέλετε- όταν δεν υπηρετεί το συλλογικό συμφέρον και δεν είναι εναρμονισμένος με την κοινωνική συλλογικότητα. Είτε υπηρετεί τις Αγορές, είτε υπηρετεί ξένες δυνάμεις, είτε υπηρετεί τον εθνικισμό άλλων για να κοντύνει τους Έλληνες, είτε υπηρετεί στο όνομα οποιασδήποτε αιτιολογίας λαούς άλλους -όπως είναι όχι οι πρόσφυγες αλλά οι μετανάστες που θέλουν να εισέρθουν στη χώρα και βάζουν αυτούς ως προτεραιότητα στην διαχείριση της πολιτικής αντί για την ίδια την κοινωνία και ορθώνονται και απέναντι στην κοινωνία και στη βούλησή της- αυτοί όλοι υπηρετούν ξένα συμφέροντα. Άρα είναι μακριά από αυτό για το οποίο τους εξέλεξε η ελληνική κοινωνία. Ό,τι έχει να κάνει με τις προσλήψεις, με τις αξίες αυτής της κοινωνίας, το μισούν θανάσιμα. Νομίζουν και, έχουν την αλαζονεία, να διατείνονται ότι αυτοί εκφράζουν την πεμπτουσία της προόδου -ενώ όλες τους οι πολιτικές επιλογές είναι βαθιά αντιδραστικές στον τρόπο της διαχείρισης αλλά και φασιστικές- και, έρχονται να καταλογίσουν στην ελληνική κοινωνία που δεινοπαθεί εξαιτίας τους, έρχονται να καταλογίσουν ενοχές. Γιατί; Διότι αντιστέκονται σε ό,τι πραγματοποιούν. Αντιλαμβάνεστε επομένως ότι, δεν έχουμε να κάνουμε με μια πολιτική τάξη η οποία κινείται στο πλαίσιο του συμφέροντος της χώρας. Γι’ αυτό και τους βλέπετε ότι ιδεολογικά έχουν κατασκευάσει –εισάγουν ουσιαστικά, μηρυκάζουν, αλλά, το διακινούν εδώ- ένα ολόκληρο ιδεολογικό κλίμα μέσα στο οποίο κινούνται για να καταδολιεύσουν και να αρνηθούν τη βούληση της κοινωνίας. Να πολιτευθούν εναντίον της. Θα σας πω ένα πολύ απλό παράδειγμα: Μιλάνε και θεωρούν ότι ο εχθρός των πολιτικών τους είναι η πλειοψηφία. Η πλειοψηφία της κοινωνίας όμως. Η πλειοψηφία της κοινωνίας, είναι η βούληση τα κοινωνίας. Αυτήν περιφρονούν υπέρ των λεγομένων «δικαιωμάτων». Ποια είναι τα δικαιώματα; Ξέρετε, η κοινωνία, αντιπροσωπεύει δια της πλειοψηφίας την ελευθερία της βούλησής της. Άρα αντιτείνουν τα δικαιώματα των ομάδων που θέλουν να ηγεμονεύουν επί της κοινωνίας, απέναντι στην ελευθερία της κοινωνίας. Δεν θέλουν η κοινωνία να είναι ελεύθερη. Διότι δεν είναι οι άνθρωποι αυτοί που διατείνονται ότι είναι προοδευτικοί. Είναι βαθιά αντιδραστικοί. Δεν θέλουν η κοινωνία να γίνει πολιτικά ελεύθερη, δηλαδή να αποφασίζει αυτή διά της πλειοψηφίας. Θέλουν και, διακινούν τα δικαιώματα, ώστε οι ομάδες συμφερόντων, όλος αυτός ο συρφετός που λυμαίνεται το κράτος, να είναι αυτός ο οποίος θα αποφασίζει για τα συμφέροντα και τις πολιτικές του κράτους.

Δημοσιογράφος: Ναι, αλλά το κράτος δεν είμαστε εμείς η κοινωνία; Δηλαδή εμείς δεν τους θέλουμε εκεί και εμείς δεν είμαστε αυτοί που διαμορφώνουμε στην ουσία με την ψήφο μας αυτό που λέμε κράτος; Θέλω να πω ότι, υπάρχει μερίδιο ευθύνης και στην κοινωνία.

Γιώργος Κοντογιώργης: Όχι. Δεν υπάρχει κανένα μερίδιο επί της κοινωνίας. Ξέρετε πότε θα υπήρχε μερίδιο ευθύνης στην κοινωνία; -Για να σας πω μετά και ποιο είναι το μερίδιο της ευθύνης της κοινωνίας-. Θα υπήρχε μερίδιο της ευθύνης της κοινωνίας αν η κοινωνία αποφάσιζε ως συλλογικότητα. Η κοινωνία για τις πολιτικές που διαπράττονται από το κράτος, δεν αποφασίζει αυτή. Αποφασίζουν εκείνοι που τους εμπιστεύεται να κυβερνήσουν. Και αυτοί όταν αναλαμβάνουν την εξουσία πολιτεύονται εναντίον της βούλησης και εναντίον του συμφέροντος της κοινωνίας. Εκεί που ευθύνεται η κοινωνία είναι ότι, δεν αποφάσισε ακόμα αντί να σκέφτεται με όρους εναλλαγής -δηλαδή να αλλάζει ηγεμόνες που έχουν την εξουσιοδότηση να συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο και να αναπαράγουν αυτό το άθλιο πολιτικό προσωπικό- να τους πει ότι: «Ανακαλώ την πολιτική εξουσία που σας έδωσα και θέλω να είμαι εντολέας. Να ερωτώμαι και να συμμετέχω στην πολιτική απόφαση»! Αυτό είναι το λάθος της κοινωνίας. Το ότι την αποδομούν, την εξαγοράζουν, την εκφυλίζουν και, όταν έρχεται η στιγμή -όπως είναι στα εθνικά θέματα- να αντιτάξει το ανάστημά της την χαρακτηρίζουν ως όχλο, αυτό ΔΕΝ είναι ευθύνη της κοινωνίας. Είναι ευθύνη αυτών που εκφυλίζουν –για να μην χαρακτηρίσω τον όρο εκπορνεύουν- την κοινωνία για να την έχουν υποχείριό τους και να την ενοχοποιούν στη συνέχεια για ό,τι διαπράττουν αυτοί. Γιατί ό,τι διαπράττεται, οι όποιες πολιτικές, είναι η πολιτική τάξη του κράτους που τις διαπράττει. Και αν θέλουμε να διερωτηθούμε «γιατί;» αυτή η πολιτική τάξη συμπεριφέρεται έτσι, δεν έχουμε παρά να διερωτηθούμε τι είναι ακριβώς είναι αυτό το πολιτικό σύστημα. Που τους δίνει όλη την εξουσία παρά την αντίθεση της κοινωνίας, παρά την απόλυτη αντίθεση μάλιστα, διότι όταν έχουμε 70-80 τοις εκατό ποσοστά εναντίωσης σημαίνει ότι εδώ έχουμε ένα τεράστιο πρόβλημα νομιμοποίησης των πολιτικών του κράτους. Τι συμβαίνει λοιπόν και, ποιος τους δίνει την εξουσία να αποφασίζουν σε πρώτο και τελευταίο βαθμό εναντίον των συμφερόντων της χώρας, εναντίον της κοινωνίας και παρ’ όλα αυτά να είναι εκεί που είναι και να κάνουν ό,τι τους αρέσει; …